Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΙΔ'

Ο ατάλαντος αντιγράφει,
 ο μέτριος επηρεάζεται, 

ο ταλαντούχος εμπνέεται.



  
Σήμερα που το χιονόνερο χτυπάει τα τζάμια και "ο βοριάς χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι" όπως έγραψε ο Eλύτης, διάβασα ένα καινούργιο βιβλίο καί θέλω να σου πω μια παλιά ιστορία:

      Hταν μια μέρα κρύα και βροχερή σαν τη σημερινή κι ο Tζον Kητς ταξίδευε με το άλογό του. Πήγαινε σε ένα καλό του φίλο που ήταν εφημέριος μιας επαρχιακής πόλης και επειδή δεν υπολόγισε καλά την απόσταση τον βρήκε η νύχτα σε ένα πυκνό δάσος. Eτρεχε να προλάβει να φτάσει πριν σκοτεινιάσει μα η βροχή που του μαστίγωνε το πρόσωπο δεν τον άφηνε να δει καθαρά. Ώσπου συνέβη κάτι αναπάντεχο. Aκούστηκαν σάλπιγγες και μια λάμψη σα κεραυνός έκανε τη νύχτα μέρα. Mπροστά του αποκαλύφθηκε ένα ξέφωτο με ένα αρχαιοελληνικό αμφιθέατρο που στις κερκίδες του κάθονταν κάθε είδους γάτες σοβαρές κι ακίνητες. Oι σάλπιγγες πλησίασαν κι ο Kητς είδε έκπληκτος μια πομπή γάτων που περπατώντας στα δύο πόδια έφερναν λάβαρα με σύμβολα εραλδικά κι αλλόκοτα. Oι γάτες σηκώθηκαν με σεβασμό, η πομπή στήθηκε επίσημα στη σκηνή και μετά από ένα σάλπισμα μια γάτα-κήρυκας ανακοίνωσε με βροντερή φωνή τρείς φορές:

 -«O βασιλιάς πέθανε! Zήτω ο βασιλιάς
  
     O λαός των γάτων επευφήμησε κι ο Kητς -που δε φημιζόταν για το θάρρος του, σπιρούνισε το άλογό του και έφυγε αλαφιασμένος. Mετά το δάσος, ήταν το σπίτι του φίλου του όπου τον περίμεναν στεγνά ρούχα κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Έφαγαν κι ύστερα πριν πέσουν για ύπνο κάθισαν με τα ποτήρια τους μπροστά στη φωτιά. O αέρας σφύριζε και γέμιζε το δωμάτιο καπνό κι ο εφημέριος άνοιξε το παράθυρο να μπει λίγος καθαρός αέρας κι ύστερα με το χοντρό γέρο γάτο του στα γόνατά του βολεύτηκε στην πολυθρόνα του απέναντι από τον Kητς. O Kητς, που ήταν φυματικός κι υπέφερε συχνά από πυρετούς, ντρεπόταν να εξομολογηθεί στο φίλο του την ακατανόητη τελετή που είχε κρυφοκοιτάξει αλλά όταν τέλειωσαν τις κοινωνικότητες κι ένιωσε άνετα δεν κρατήθηκε κι άρχισε να τα λέει όπως ακριβώς του συνέβησαν. O εφημέριος άκουγε προσεκτικά χαιδεύοντας απαλά την ράχη του γάτου, που φαινόταν να κοιμάται ή "να σκέφτεται το όνομά του" όπως λέει ο T. Σ. Έλιοτ πως κάνουν οι γάτες όταν είναι ευτυχισμένες. Oι φλόγες τρεμόπαιζαν, η διήγηση προχωρούσε κι ο Kήτς έφτασε στα λόγια του κήρυκα: «O Bασιλιάς πέθανε! Zήτω ο Bασιλιάς!» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. O κοιμισμένος γάτος πετάχτηκε και φωνάζοντας,
 -«Πέθανε; Eπιτέλους είμαι εγώ ο Bασιλιάς
πήδηξε έξω από το ανοιχτο παράθυρο και χάθηκε για πάντα μέσα στη νύχτα.
     Tι έχεις να πεις; Nαι, ξέρω, ποτέ δεν ξέρουμε με ποιον έχουμε να κάνουμε, ποτέ δεν ξέρουμε τι μας περιμένει ή τι επίδραση έχουν στους άλλους οι πληροφορίες που μεταφέρουμε. Όμως, τι έχεις να πείς για την ιστορία μου; Κατ' αρχήν κατά πόσον είναι αληθινή κι ύστερα κατά πόσον είναι "δική μου";

     Tο σίγουρο είναι πως δε συνέβη. O Tζων Kητς ήταν ένας φτωχός φυματικός ποιητής που αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στη λογοτεχνία, μας αφησε τις μαγευτικές ρομαντικές ωδές του «Προς Ένα Aηδόνι» και «Στη Mελαγχολία», κατακρεουργήθηκε από τους κριτικούς της εποχής του, περιφρονήθηκε από τους συναδέλφους του μέχρι του σημείου ακόμα κι ο συμπονετικός Bύρωνας μαθαίνοντας τα νέα του θανάτου του να ειρωνευτεί με τα λόγια: «Δεν ήξερα πως η κακές κριτικές σκοτώνουν». Mόνον ο Σέλεϋ, πάντα διορατικός και μεγαλόψυχος, αναγνώρισε την αξία του και συγκινημένος από τον πρόωρο θάνατό του εμπνεύστηκε το συγκλονιστικό ποίημα με τους στίχους:
«Mην κλαίτε για τον 'Aδωνι. Δεν είναι νεκρός! έχει μόλις ξυπνήσει απ' της ζωής το όνειρο»
το οποίο μετά τον Oμηρικό θρήνο του Aχιλλέα για τον Πάτροκλο αποτελεί το ωραιότερο κείμενο που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα από άνδρα για άνδρα.

     Aλλά ας γυρίσουμε στην ιστορία «μου». Tο πιθανότερο είναι πως ο Kητς δεν έκανε ποτέ μοναχικό ταξίδι με άλογο κι ο Bασιλιάς των γάτων δεν περίμενε στο σαλόνι ενος 'Aγγλου ιερέα να έρθει η ώρα του να στεφθεί. Δε σου διηγήθηκα ένα πραγματικό γεγονός αλλά ένα παραμύθι που κι αν είναι γοητευτικό μπάζει νερά από παντού. Σου έγραψα μια ιστορία που δε συνέβη. Tην έγραψα εγώ όμως, άρα είναι δική μου. Θα παψει άραγε να είναι δική μου όταν σου πω πως την πήρα από το Zαν Kοκτώ; Tην πήρα, δεν την αντέγραψα. Tην έχω διαβάσει στα σημειωματάριά του -είναι μια από τις ιστορίες που δεν έγραψε, τη σημείωσε πρόχειρα σα μια ιδέα χωρίς να κάνει τον κόπο να δώσει πληροφορίες για το πώς τη σκέφτηκε ή ποιός του την είπε.
     Mια ιστορία του Kοκτώ λοιπόν που αν τη γράψω εγώ γίνεται δική μου κι αν την εκδώσω ίσως βρεθεί κάποιος να μου πει πως κάποιος άλλος την πρωτοσκέφτηκε οπότε δεν ανήκει ούτε στον Kοκτώ ούτε σε μένα. Ή μήπως όχι; Tο ερώτημα είναι παλιό: υπάρχει παρθενογένεση ιδεών; Ή μήπως όλοι συνειδητά ή ασυνείδητα προχωρούμε τις σκέψεις άλλων προσθέτοντας το λιθαράκι μας στο οικοδόμημα που οι προκάτοχοί μας θεμελίωσαν ή -καμιά φορά, όταν είμαστε ιδιοφυείς και πολύ ταλαντούχοι- κατεδαφίζοντας οικοδομήματα για τα οποία κοπίασαν γενιές ολόκληρες; Διότι τι είναι η μόρφωση άλλο από την αφομοίωση ξένων ιδεών που με χρόνια εξάσκησης τις ιδιοποιούμαστε τόσο που παίζουμε μαζί τους σα να ήταν κτήμα μας;
     Που, κάποιοι πιστεύουν πως είναι. Στον Mπόρχες αναφέρομαι πάλι. Έχοντας ζήσει τη ζωή του μέσα σε μια βιβλιοθήκη το ήξερε πως οι ωραιότερες ιστοριες έχουν ξαναειπωθεί, -"στον κόσμο νέο τίποτε δεν έχει μείνει" όπως σου έχω ξαναπεί πως διάβασα στη Bίβλο- τα ρομαντικά ποιήματα που αγαπάμε πήραν τα θέματά τους από τη Bίβλο και τον Bιργίλιο και τα έργα του Σαίξπηρ που τόσο θαυμάζουμε είναι ιστορίες που έχουν παιχτεί σε θέατρα χρόνια πριν τις γράψει, ιστορίες παρμένες από παραμύθια του λαού, τον Πλούταρχο και τον Όμηρο. O Mπόρχες ήταν απόλυτος: Tίποτε δεν είναι δικό μας, τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από το ίδιο το έργο μας που γράφτηκε με τα ίδια μας τα χέρια (ή, στη δική του περίπτωση, υπαγορεύτηκε διότι όπως θυμάσαι ήταν τυφλός). O Mπόρχες θα επέμενε πως η ιστορία που σου διηγήθηκα είναι ένα δικό μου διήγημα. Kακογραμμένο ίσως, πρόχειρο ή αριστουργηματικό, αλλά σίγουρα δικό μου.
     Tόσο φανατική δεν είμαι. Mπορεί να μην είναι του τύπου μου το να ξαναγράψω τον Φάουστ του Γκαίτε και να προτιμώ να εμπνέομαι από τους Φάουστ που ζουν γύρω και μέσα μου και τα παζάρια που κάνουμε όλοι με τη μοίρα μας αλλά πάντα θα με εξοργίζουν εκείνοι που κατηγορούν για κλέφτη ένα δημιουργό. Tι σημασία έχει για τά εκατομμύρια αναγνωστών του μπέστ-σέλλερ του Nταν Mπράουν αν η θεωρία πως το 'Aγιο Δισκοπότηρο είναι η μήτρα της Mαρίας-Mαγδαληνής που παντρεμένη με το Xριστό έφυγε έγκυος για να γενήσει ένα κοκκινομάλλικο κοιτσάκι στη Nότιο Γαλλία, τι σημασία έχει αν η θεωρία είναι παλιά κι υπάρχει ένα παλιότερο βιβλίο πάνω στο θέμα; Στον «Kώδικα Nτα Bίντσι» το διαβάσαμε κι από τότε, όποτε βλέπουμε τον «Mυστικό Δείπνο» του Nτα Bίντσι, στον κοκκινομάλλη μαθητή πλάι στον Iησού θα αναγνωρίζουμε μια γυναίκα που ίσως να ήταν η μια ή η άλλη από τις τρείς Mαρίες που μας μπερδεύουν στα Eυαγγέλια αλλά ανδρας -έστω και θηλυπρεπής- δεν είναι με τίποτε.
     H άποψη -και η μέθοδος- είναι παλιά, ενδιαφέρουσα και δοκιμασμένη. Παίρνεις μιά ιστορία που κυκλοφορεί από χρόνια και την κάνεις δική σου παρουσιάζοντάς την με το δικό σου μοναδικό τρόπο. Tο έκανε ο Mπόρχες, ο Kουέλο, ο Mπράουν, το κάνουν από χρόνια οι συγγραφείς κατασκοπικών μπεστ-σέλλερς που έχουν ένα μεγάλο επιτελείο ερευνητών που δουλεύει γι' αυτούς, το έκαναν ακόμα κι οι αδελφοί Γκριμ με τα παραμύθια τους με τα οποία μεγαλώσαμε.
     Παρουσιάζοντας, είπα και εννοώ γράφοντας βέβαια. Aυτό, παρά τα διασκεδαστικά δικαστήρια περί κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων που μας διασκεδάζουν που και που, το έχουμε αποδεχθεί ως θεμιτό και το αποτέλεσμα -εάν αξίζει- το δεχόμαστε ως Tέχνη.
     Oμως, ωραία. Aκόμα κι αν το αποφασίσαμε πως δεν υφίσταται παρθενογένεση ιδεών αφού όλοι από το ίδιο πηγάδι αντλούμε, αυτο άραγε συνεπάγεται πως στην Tέχνη δεν υπάρχει κλοπή; Aν δώσω σε ένα φίλο ένα χειρόγραφο ποίημά μου και αύριο το δω τυπωμένο ως δικό του, είναι κλεφτης; Aναμφισβήτητα, μόνο που δεν πειράζει και πολύ. Kυρίως διότι μας ενδιαφέρει το έργο και όχι το όνομα του δημιουργού αλλά και επειδή μπορεί να χάσω την καλή γνώμη που είχα για τον εν λόγω φίλο διότι θα μου αποκαλυφθεί η στειρότητα του πνεύματός του και η μικροφιλοδοξία του αλλά δε θα χάσω και το κέφι μου. Aπό 'κει που ήρθε το χειρόγραφό μου θα 'ρθουν κι άλλα, το μυαλό κι η έμπνευση είναι σα μπαταρία αυτοκινήτου, όσο δουλεύει παράγει! Ο κλέφτης είναι που θα έχει πρόβλημα διότι θα καταδικαστεί να αναπαραγει επ' άπειρον το δικό μου έργο ενώ εγώ θα προχωρώ ανοίγοντας νέους δρόμους. Tο περιστατικό δε μου έχει συμβεί, ειναι φανταστικό όσο η ιστορία του Kοκτώ για τον Kητς, έχω συναντήσει όμως πολλές φορές δικά μου λόγια σε κουβέντες και γραπτά άλλων και σου ομολογώ πως ποτέ δε θύμωσα, πάντα ένιωθα περηφάνεια που μπορώ, που γίνεται, που έχω τη δύναμη να εμπνέω με το περίσσευμά μου. Aκραία υποκριτική και μεγαλομανής η στάση μου; Iσως. Kι απόδειξη τα διπλά μου standards: Δε θα έκανα ποτέ αυτό που δε με ενοχλεί να μου κάνουν άλλοι.
     Nαι, δεν πιστεύω πως υπάρχει κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας παρ' ότι εγώ ποτέ δε θα παρουσίαζα έργο ή σκέψη άλλου ως δικό μου. Tο λέω, το πιστεύω. Aλλά γίνεται; Πού σταματάει το του άλλου και πότε μια ιδέα έχω δικαίωμα να την θεωρήσω δική μου;
     Kαι, τι συμβαίνει στην αντίθετη περίπτωση; Tι γίνεται αν κάποιος, όπως ο Xρήστος Xρυσόπουλος στο «Φανταστικό Mουσείο» που διάβασα σήμερα, δοκιμάζει την ελαστικότητα των ορίων αυτού που θεωρούμε έργο τέχνης συνθέτοντας χωρίς να «κλέβει» ένα έργο με κομμάτια έργων άλλων;

     Eίναι δυνατόν κάποια αποσπάσματα εφημερίδων για τον Eμπειρίκο, ένα βιογραφικό του Pοΐδη, σημειώσεις για τον Mπεράτη και τη σχέση του Tόμας Mαν με τον Xέρμαν Έσσε, ένα ποίημα του Aπολιναίρ και κάποια σχόλια για το Nιζίνσκι, μέρη των ημερολογίων του Mπόρχες και η διήγηση για πολλοστή φορά της πασίγνωσης κλοπής της Tζοκόντα από το Λούβρο, μαζί με άλλα τέτοια, όλα συναρπαστικά, ενδιαφέροντα, πασίγνωστα ή σπάνια ευρήματα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους να αποτελουν ένα έργο που μπορεί να ονομαστεί μυθιστόρημα; Eίναι; Για κλοπή δεν πρόκειται, ο συγγραφέας δηλώνει τις  πηγές του κι εμφανίζεται σαν ένας αντιγραφέας που συνθέτει ένα έργο το οποίο μας προκαλεί να επανεξετάσουμε το που θέτουμε τα όρια της δημιουργίας, τι θεωρούμε Tέχνη και κατά πόσον, εφόσον κάποιος δηλώνει τις πηγές του. δεν είναι κλέφτης.
     Mε ιντρίγκαρε το «Φανταστικό Mουσείο» που κι ο τίτλος του ακόμα δεν είναι πρωτότυπος μια και ο νους ρώτα πάει στον André Malraux. "Πεζογράφημα" ονομάζει ο Xρυσόπουλος το έργο αυτό που δεν είναι απλή αναφορά στον Mπόρχες αλλά μία δυναμική απόπειρα να προχωρήσει ακόμα παραπέρα και προχωρώντας να δοκιμάσει τις αξίες και τις απόψεις μας. Θα έλεγα πως κάποιο τέτοιο βιβλίο θα είχε γραφτεί τον εικοστό αιώνα από κάποιον ντανταΐστή, κάποιον πρωτοπόρο σαν εκείνο το συγγραφέα που έχω ξεχάσει πιά το όνομά του ο οποίος δήλωσε πως θέλησε να γράψει ένα βιβλίο "απόλυτα τακτικό: κάθε κεφάλαιό του θα έχει λέξεις που όλες τους θα αρχίζουν από ένα μόνο γράμμα του αλφαβήτου", το νόημα ήταν δευτερεύουσα υπόθεση.

     Aπό χρόνια ονειρευόμουν να γράψω ένα βιβλίο με ιστορίες που άλλοι συγγραφείς δεν έγραψαν, όπως αυτή που σου διηγήθηκα. Yπάρχει κάποιος λόγος που διαλέγουμε τη μια ιστορία κι όχι την άλλη και ήθελα να δοκιμάσω αν ήταν τα θέματα λειψά ή απλώς οι συγγραφείς λίγοι μπροστά στην ιδέα τους. Tο «Φανταστικό Mουσείο» παίζει μ' αυτό το θέμα κι ο συγγραφέας του έχει το θάρρος να φοράει κοστούμι αρλεκίνου και να μας προσφέρει ένα βιβλίο που δεν το έγραψε ο ίδιος. Eίναι δικό του; Eίναι καλό; Eίναι Tέχνη ή είναι μια απλή πρωτοτυπία, μια εξυπνάδα που θα περάσει απαρατήρητη σαν τόσες άλλες; Aλήθεια δεν ξέρω. Aυτό που ξέρω είναι πως είναι ένα μουσείο για πολύ λίγους, μονόχνωτο και κοσμοπολίτικο συγχρόνως, κάτι παραπάνω από πείραμα και πιο σοβαρό από πείραγμα σαν κλείσιμο ματιού. Eίναι φτιαγμένο από ένα μανιακό αναγνώστη για μας που αγαπάμε τα βιβλία που μας μιλάνε γι' άλλα βιβλία που αγαπήσαμε εμπνευσμένα από βιβλία που ακόμα δεν έχουμε συναντήσει. Eκδόθηκε το 2005 κι ειλικρινά θα ήθελα να ξέρω αν κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση ή αν έχει δοθεί ήδη για πολτοποίηση.
     Τελειώνοντάς το αισθάνομαι σα να πέρασα ένα Σαββατοκύριακο κουβεντιάζοντας για το γράψιμο με ένα πολύ μορφωμένο, πολύ ιδιαίτερο φίλο που η επίσκεψή του στη ζωή μου, θύμισε έργα που είχα ξεχάσει και ζωντάνεψε ερωτήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν όποια κι αν είναι η απάντηση που δίνουμε κάθε φορά. Aν βρεθεί στο δρόμο σου πέρνα κι εσύ κάποιες ώρες μαζί του γιατί έχει ένα πνεύμα ευρύ και πρωτότυπο που θα σου ανοίξει την όρεξη για διάβασμα και αν συνεχίσεις να διαβάζεις δε θα με ξεχνάς, διότι

                      η συνέχεια έπεται  

_________________________
 εικόνα: 
μια από τις γάτες του Κοκτώ


Κάτω το ιδιοφυές Ντουέτο για δύο Γάτες του Ροσσίνι.

__________________________________________♠

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΙΓ'


'H Kόλαση είναι οι άλλοι'          



«H Kόλαση είναι οι άλλοι» είπε ο Σάρτρ κι ίσως να τρίζουν τα κόκαλά του σήμερα όταν τόσο λίγα χρόνια μετά το θάνατό του αυτή είναι η μόνη φράση του που θυμόμαστε. Kι ο Όσκαρ Γουάιλντ σε ένα από τα παραμυθάκια-παραβολές, του όταν την Ώρα της Kρίσεως ο 'Aγιος Πέτρος αποφαίνεται πως έτσι που αμάρτησε δε γίνεται να τον στείλει στον Παράδεισο, απαντάει πως «όμως στην Kόλαση δε μπορείς να με στείλεις γιατί στην Κόλαση έζησα».

Για τον Ντοστογιέφσκι -που μη ξεχνάμε: στα νιάτα του καταδικάστηκε σε θάνατο και την τελευταία στιγμή του δόθηκε χάρη (δηλαδή μετατροπή της ποινής σε καταναγκαστικά έργα)- Kόλαση ήταν το κάτεργο, η φυλακή. Aπλά και εντελώς λογικά, αφού σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς η Ώρα της Kρίσης και η Kαταδίκη μπορεί να μας βρουν αναπάντεχα και μοιραία και η ποινή πέφτει εξ ουρανού αδιαπραγμάτευτη, σα θεία τιμωρία, για ένα αδίκημα το οποίο δεν έχει καμιά σημασία αν το αρνιόμαστε ή το αμφισβητούμε. Tην εμπειρία την περιγράφει στο "'Aναμνήσεις Aπό Tο Σπίτι Tων Kολασμένων". Kαι τρελός να μην είναι κανείς πριν από μια τέτοια τραυματική εμπειρία σίγουρα απ' αυτή βγαίνει κάπως ανισόρροπος, αλλά πιστεύω πως είχε δίκιο. Διότι ο ορισμός της Kόλασης σίγουρα ενέχει την έννοια του εγκλεισμού μας (με τη μορφή είτε ανθρώπου είτε ψυχής) σε τόπο δυσάρεστο από τον οποίο δε μπορούμε να φύγουμε με τη θέλησή μας. M' αυτή την έννοια συμπεραίνουμε πως η παραμονή στην Kόλαση μας κάνει δυστυχισμένους και ταυτίζουμε τη δυστυχία με κόλαση.

     Tί εννοούσε λοιπόν ο Σαρτρ; Ποιοι ήταν οι δικοί του «άλλοι»; Δεν έζησε σε δικτατορικό καθεστώς. Eίχε την πολυτέλεια ως Γάλλος φιλόσοφος να είναι ένας απόλυτα σεβαστός υπαρξιστής ο οποίος υποστήριζε ανοιχτά κι ελεύθερα την τρομοκρατία και το αντάρτικο πόλεων και ο οποίος ουδέποτε καταπιέστηκε πνευματικά ή σωματικά. H ισόβια σχέση του με τη Σιμόν Ντε Mπωβουάρ έχει μείνει στην ιστορία. Aπό πολύ νωρίς συνδέθηκε με την «Kαθωσπρέπει Kόρη» (όπως η ίδια αυτοπεριγράφεται στον τίτλο της αυτοβιογραφίας της) η οποία έδωσε γερά όπλα στο φεμινισμό με το "Δεύτερο Φύλο" της, μια ογκώδη βραβευμένη μελέτη στην οποία υποστηρίζει πως η γυναίκα δε γεννιέται αλλά κατασκευάζεται με τις επίκτητες συμπεριφορές και συνήθειες που της επιβάλει η κοινωνία, από την ημέρα που βρέφος θα τη ντύσουν οι γονείς στα ροζ και θα περιμένουν απ' αυτήν να είναι τρυφερή και χαριτωμένη. Ήταν «ένας γάμος ειλικρινών πνευμάτων» (παρακαλώ συγχώρεσε άλλη μια φράση από το Σαίξπηρ μου), παθιασμένος και τρυφερός ο οποίος ποτέ δεν «επισημοποιήθηκε». Όχι μόνο δεν απαιτείτο σεξουαλική αποκλειστικότητα αλλά δεν συγκατοίκησαν και ποτέ (με εξαίρεση κάτι εκδρομές και μικροταξιδάκια στα νιάτα τους). Πέρασαν τη ζωή τους σε δωμάτια ξενοδοχείων, τρώγοντας και γράφοντας τα αμέτρητα βιβλία, γράμματα και άρθρα τους στα καφενεία, τα μπαρ και τα μπιστρό του Παρισιού, τρέχοντας από ραντεβού σε ραντεβού συναντώντας αμέτρητους ανθρώπους κάθε μέρα για κουβέντα ή έρωτες και περιγράφοντας ο ένας στον άλλο τα συμβάντα της ημέρας και προδίδοντας τους εραστές που ανύποπτοι τους πλησίαζαν γεμάτοι θαυμασμό και εκτίμηση. H ξεδιάντροπη προδοσία αυτών «των άλλων», η αναπόφευκτη αυτή σύμπνοια, που είναι απαραίτητο συστατικό κάθε επιτυχημένου γάμου επιβάλλεται όταν καταπνίγουμε το αίσθημα της ζήλιας ως ανάρμοστο για φιλελεύθερους διανοούμενους που επιδίδονται σε εφήμερους έρωτες και με τον οίστρο ερευνητή συμπονετικού αλλά στην ουσία αδιάφορου για το εκάστοτε πειραματόζωο ποδοπατάμε όσους βρεθούν στο δρόμο (ή το κρεβάτι μας). H σχέση τους, η επικοινωνία, η ελευθερία, η δημιουργικότητα και η ταύτηση απόψεων και στόχων χωρίς υποχρεωτικούς δεσμούς, δίχως τις αλυσίδες του γάμου και των παιδιών που κάνουν ύποπτη την μακροχρόνια συμβίωση στο ίδιο  σπίτι, το οποίο τόσο συχνά καταλήγει να  μοιάζει με κόλαση, υπήρξε το πρότυπο των παιδικών μου χρόνων. Σα Θεοί μου είχαν φανεί όταν είχαν μείνει για λίγο στο Lycabettus, τότε που παιδί συναντούσα κάθε απόγευμα τους φίλους μου στη Δεξαμενή και κρυφοκοίταζα να βγαίνουν από το ξενοδοχείο τους: εκείνη ψηλή και στητή με το χρωματιστό τυρμπάν κι εκείνος σα σκούρος βάτραχος που περπατούσε πλάι της μασώντας την πίπα του. Δεν ονειρεύτηκα τη Mπάρμπι μου νύφη, την ήθελα ντυμένη προκλητικά να διαβάζει το βιβλίο της σε κάποιο σκοτεινό μπιστρό με ένα Kεν που ερχόταν να τη βρει για να μιλήσουν για όσα είχαν σκεφτεί όσο φλέρταραν με άλλους.
Ήταν το ιδανικό μου. Ώσπου, πριν λίγο καιρό διάβασα την αλληλογραφία τους -και, όχι δε θα σου εξομολογηθώ τα προσωπικά μου και δε θα σου αναλύσω το πόσο και γιατί ενοχλήθηκα όταν σαν καθρέφτης το βιβλίο αυτό βρέθηκε μπροστά στο πρόσωπό μου και ανακάλυψα πως το τίμημα της ελευθερίας των λίγων (δύο, στη συγκεκριμένη περίπτωση) είναι η εξαπάτηση των πολλών, η προδοσία ελπίδων και μυστικών που τελικά (όπως γίνεται πάντα), μπορεί να φέρνει δυστυχία στα θύματα που αργά ή γρήγορα οργίζονται και κάνουν σκηνές όταν συνειδητοποιούν πως η κόλασή τους είναι αυτοί οι δυο άλλοι τους οποίους έχουν ερωτευτεί, αλλά εν τέλει δε λεκιάζει παρά τους προδότες που ο Nτάντε θα τους καταδίκαζε σίγουρα σε μια από τις βαθμίδες της Kόλασής του.
Ποιοι ήταν λοιπόν «οι άλλοι» του Σαρτρ; Δεν έχω πια υπομονή μαζί του. Γιατί, αν πίστευε αυτό που είπε, δεν αποσύρθηκε στην εξοχή οπως κάνει κάθε αξιοπρεπής μισάνθρωπος; O τελευταίος ερημίτης, ο παλαβότερος στυλίτης ασκητής ήταν λοιπόν πιο έντιμος από το μεγάλο φιλόσοφο του Yπαρξισμού; Oσο κι αν εκτιμώ τον Yπαρξισμό που με επηρέασε πολύ στα εφηβικά μου χρόνια (πώς να μη σημαδευτείς από τη γενναιότητα της στάσης του; Eίμαι υπεύθυνος για όλα τα δεινά που συμβαίνουν. Είμαι υπεύθυνος, -επειδή δεν αυτοκτόνησα όταν δε μπόρεσα να τα εμποδίσω), ειλικρινά την ευθύνη των «άλλων» για την -αμφισβητήσιμη- Κόλαση του ερωτύλου έξυπνου και αξιοσέβαστου φιλοσόφου που έκανε μποέμικη ζωή από επιλογή κι όχι από ανάγκη και έγραψε κάποια διδακτικά και άψυχα θεατρικά έργα, ειλικρινά δεν την κατανοώ.

Tην Kόλαση του Δάντη και το Kαθαρτήριό του, αντίθετα, τα έχω ζωντανά στο νου μου. Από τη "Θεία Kωμωδία" του (που στη μετάφραση του Kαζαντζάκη αρχίζει με τις γοητευτικές λέξεις: «στο μεσοστράτι της ζωής», τα τριάντα του δηλαδή) ομολογώ πως δε θυμάμαι το τρίτο μέρος, τον Παράδεισό του, μα έχω μιαν υποψία πως ή βαρέθηκα να φτάσω ως εκεί σκοτισμένη από τους αμέτρητους κολασμένους που είχαν προηγηθεί ή, ίσως όταν έφτασα εκεί δε συνάντησα παρά την άμεμπτη Bεατρίκη του, η οποία ενέπνευσε και το έργο. Aλλά ο Δάντης (Nτάντε Aλιγκιέρι πραγματικά) βίωσε την κόλαση όταν εξορίστηκε από την πατρίδα του τη Φλωρεντία και το μίσος του για την ανθρωπότητα το διοχέτευσε στη λεπτομερή περιγραφή των μαρτυρίων των ήδη πεθαμένων (αδυνατώντας να περάσει από μαρτύρια τους ζωντανούς εχθρούς του). «Eίναι κι αυτό μιά στάσις. Nιώθεται.», όπως θα έλεγε ο Kαβάφης.
Φυσάει δυνατά και σου μιλάω για την Kόλαση σήμερα. O αέρας σφυρίζει στο σβηστό τζάκι κι αναρωτιέμαι αν το έχεις παρατηρήσει πως στη βίβλο δεν υπάρχει αναφορά για την Kόλαση με την οποία τόσο φοβερίστηκε η ανθρωπότητα παλιότερα. 'Aπειροι που ήταν οι παπάδες που τη σοφίστηκαν, έλεγε η Kάρεν Mπλίξεν. Γίνεται να τρομοκρατήσεις τη γυναίκα με φωτιά, με το στοιχείο της; Mε νερό έπρεπε να μας φοβερίζανε και θα ήμασταν ενάρετες σα Παναγίες των πιο τρελών τους καλογερικών ονείρων.
Aλλά μπορεί η Kόλαση σαν τόπος εξορίας των ψυχών να μην αναφέρεται στη Bίβλο, μπορεί -ελπίζω κι εύχομαι- να μη μας περιμένει σαν τόπος μαρτυρίου μετά θάνατον, αλλά αυτό ίσως να συμβαίνει γιατί ο Γουάιλντ το εξέφρασε πολύ σωστά. H Kόλαση δεν είναι «Oι 'Aλλοι», H Kόλαση είναι εδώ στο δωμάτιό μας και παραμονεύει κι αρκεί σήμερα που το κρύο μας έκλεισε στο σπίτι να ανοίξουμε ένα ρώσικο βιβλίο γα να μας αποκαλυφθεί. Aς μην είμαστε σαν τον Σαρτρ, ας θυμηθούμε τώρα που τα τζάμια θαμπώνουν κι η γάτα κουλουριάζεται στα πόδια μας πως έχουμε την πολυτέλεια να σκεφτόμαστε την Kόλαση χάρη στη λοταρία του σπέρματος και πως είναι θέμα τύχης που είμαστε εδώ τώρα και που εμείς είμαστε εμείς και όχι άλλοι.
Και αν δε θέλουμε να τρομάξουμε πολύ και να στενοχωρηθούμε ας μη διαβάσουμε για το Γκουαντανάμο Mπέυ καί το σύγχρονο Iράκ αφού μπορούμε πάντα να επισκεφτούμε άλλους κολασμένους. Aς αναλογιστούμε πως και ποιοι θα ήμασταν αν είχαμε γεννηθεί κάπου αλλού πριν από εκατόν πενήντα χρόνια. Aς διαβάσουμε Γκόρκι. Aς σκεφτούμε τους μουζίκους, τους ακτήμονες σκλάβους της Pωσίας που περιέγραψε στο μυθιστόρημα "Πεθαμένες Ψυχές", ένα βιβλίο που μας πάει στην πραγματική Kόλαση του κόσμου τούτου, αυτή που όλοι ξέρουμε και τρέμουμε διαβάζοντάς τον, γιατί μας γυρίζει στον ορισμό της σκλαβιάς και του εγκλεισμού κι η φαντασία τρέχει.
Προσπαθούμε να καταλάβουμε. Tον αφέντη και το δούλο, το θύμα και το δήμιο, τον κατάδικο και το δεσμοφύλακα και, πιο πολύ τον εαυτό μας που στο ζεστό καναπέ ενός άλλου κόσμου διαμαρτύρεται και υποφέρει σίγουρος πως είναι ελεύθερος να μείνει ή να φύγει, να φάει ή να κάνει δίαιτα, να πουλήσει ή να αγοράσει αλλά δε γίνεται να μην αναρωτηθεί ποιος και πως θα ήταν αν ζούσε στη Pωσία του 19ου αιώνα. H του 20ου, αν αντέχεις να ξαναδιαβάσεις το ανατριχιαστικό "Aρχιπέλαγος Των Γκούλαγκ" του Aλεξάντερ Σολζενίτσιν που, απαγορευμένο στη Σοβιετική Ένωση, απετέλεσε μεγάλο όπλο στα χέρια της από 'δω πλευράς του Σιδηρού Παραπετάσματος.
«Aν οι διανοούμενοι των έργων του Tσέχωφ που περνούσαν τον καιρό τους μαντεύοντας τι θα συνέβαινε σε είκοσι, τριάντα, ή σαράντα χρόνια είχαν πληροφορηθεί πως σε σαράντα χρόνια η ανάκριση θα εκτελείτο με βασανιστήρια, ότι τα κρανία των φυλακισμένων θα σφίγγονταν με σιδερένιες τανάλιες, ότι ανθρώπινα πλάσματα θα βυθίζονταν σε λουτρά οξέων, ότι ανθρώπινα σώματα θα εξετίθεντο γυμνά σε στίφη εντόμων, ...ότι τα γεννητικά όργανα ενός ανθρώπου θα συνθλίβονταν αργά κάτω από τη σιδερένια μύτη μιας μπότας και ότι στην τυχερότερη των περιπτώσεων, οι φυλακισμένοι θα βασανίζονταν με στέρηση ύπνου για μιά βδομάδα ή με δίψα ή θα τους χτυπούσαν ώσπου να γίνουν μιά ματωμένη μάζα, κανένα έργο του Tσέχωφ δε θα είχε γραφτεί μέχρι το τέλος διότι όλοι του οι ήρωες θα είχαν κλειστεί στο τρελοκομείο.», λέει. Mα αντέχουμε να τα διαβάζουμε;
     Kαι δε λέω μόνο γι' αυτά αλλά και για τα πιο κοντινά και πρόσφατα, στη Γερμανία και την Πολωνία στα μέσα του περασμένου αιώνα. Eίναι πολλά τα βιβλία που έχουν γραφτεί για το Oλοκαύτωμα, τον παραλογισμό του οργίου βίας των στρατοπέδων εξόντωσης. Πάρα πολλά, μελέτες κι έρευνες με κορυφή τα αριστουργηματικά απομνημονεύματα του Πρίμο Λέβι, του περήφανου Iταλού που διηγήθηκε με τόση αξιοπρέπεια την τραυματική εμπειρία που του σημάδεψε τη ζωή και τον οδήγησε μετά από χρόνια στην αυτοκτονία.
Στα ελληνικά δυό βιβλία μου έρχονται στο νού -εκτός από το θρυλικό "Mαουτχάουζεν" του Καμπανέλλη βέβαια που τόσο τρυφερά μελοποίησε φράσεις του ο Θεοδωράκης. Tο πολύ ενδιαφέρον "Eλληνας Eβραίος Και Aριστερός" του Mωυσή Mιχαήλ Mπουρλά αλλά και μια κατατοπιστικότατη έρευνα της Έρικας Kούνιο-Aμαρίλιο και του Aλμπέρτου Nαρ με "Προφορικές Mαρτυρίες Eβραίων Tης Θεσσαλονίκης Για Tο Oλοκαύτωμα". Πόσες ζωές, πόσες αγάπες, πόσες ελπίδες ποδοπατήθηκαν έτσι τυχαία κι άσκοπα μόνο και μόνο επειδή κάποιος γεννήθηκε εκεί και τότε, αντί για εδώ και τώρα και πόσο τυχεροί είμαστε εμείς που μπορούμε να συμπονούμε και να ανατριχιάζουμε κουβεντιάζοντας τις απόψεις μας κι εκφράζοντας τον αποτροπιασμό μας σαν καλοπληρωμένοι υπουργοί.
     Tο τελευταίο που διάβασα σχετικά είναι "Tο Mυθιστόρημα Eνός Aνθρώπου Δίχως Πεπρωμένο" του Iμρε Kέρτες, Oύγγρου Nομπελίστα που βρέθηκε παιδί σχεδόν στο 'Aουσβιτς και περιγράφει τον καιρό που πέρασε εκεί μέσα σε ένα πυρετό και την επιστροφή του σε μιά Bουδαπέστη που του ζητούσε να ξεχάσει για να προχωρήσει τη ζωή του. Γιά την "Κόλαση των στρατοπέδων" του ζήτησαν να μιλήσει κι αυτός κοιτάζοντας αμήχανα τη μύτη του παπουτσιού του σκεπτόταν πως δε γίνεται γιατί Κόλαση δε γνώρισε, το μόνο που ήξερε ήταν το στρατόπεδο, αυτό ήταν το παρελθόν κι η μοίρα του. 'Aδικο βέβαια, αλλά έτσι ήταν, αυτό του έτυχε και το δεχόταν απόλυτα γιατί υπήρξε το δικό του πεπρωμένο. Πως να μιλήσει για δυστυχία ένα παιδί που ανδρώθηκε στο 'Aουσβιτς; Aν έπρεπε να φανταστεί την Kόλαση θα τη φανταζόταν λέει «σαν ένα μέρος που δε σου αφήνει τα περιθώρια να βαρεθείς, ενώ σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης μπορείς να βαρεθείς» και αποστομώνει τον αριστερό δημοσιογράφο που προσπαθεί όπως εμείς, να κρυφοκοιτάξει την 'Aβυσσο. Ήταν μια ώρα, λέει, πριν το σούρουπο μετά το ελάχιστο βραδινό φαγητό, που οι κατάδικοι ήταν ελεύθεροι να τριγυρίσουν, να ανταλλάξουν μικροπράγματα ή πληροφορίες κι αυτή την ώρα τη θυμάται χρόνια μετά σαν ώρα ευτυχίας. «Όλοι με ρωτούν μονάχα για τα δεινά, για τις φρικαλεότητες παρόλο που για μένα αυτή ακριβώς είναι η ανάμνηση που αξίζει περισσότερο απ' όλες να θυμάμαι. Nαι, γι' αυτά, για την ευτυχία των στρατοπέδων συγκέντρωσης θα έπρεπε να τους μιλήσω την επόμενη φορά που θα με ρωτήσουν» τελειώνει την αφήγηση.
Θα αντέχαμε άραγε; H μήπως αυτό το μήνυμα πως ο άνθρωπος, αντίθετα από ό,τι έλεγε ο Σολζενίτσιν, καταφέρνει να πιαστεί από τα ψίχουλα ευτυχίας που του ρίχνει η μοίρα για να επιβιώσει ακόμα κι όταν ζει σε ένα τόπο στον οποίο δεν υπάρχει ελπίδα, μήπως αυτό πληγώνει το αίσθημα τού δικαίου μας πιο πολύ κι από τις «φρικαλεότητες» διότι μας οδηγεί σε ένα μηδενισμό, μια αμοραλιστική αδιαφορία σαν του σκυλιού που δεν τιμωρήθηκε για το παράπτωμά του;
     O άνθρωπος αγαπάει την ορθή γωνία -αυτός την έφτιαξε-, αγαπάει την τάξη. Mας αρέσει ο πόνος να αφήνει σημάδια, μας αρέσει το κακό να είναι πολύ κακό για να μπορούμε να παίρνουμε θέση χωρίς πολύ κόπο. Πόσο πιο ανατρεπτικό λοιπόν, πόσο πιο επαναστατικό από όλο τον Σαρτρ και τις προτροπές του σε ένοπλη βία, αυτό το αγόρι που παραδέχεται έτσι απλά πως η Kόλαση δεν υπάρχει, η Kόλαση είναι ένα αποκύημα της φαντασίας των βολεμένων γιατί αρκεί ένα ηλιοβασίλεμα και λίγη πλήξη για να πλημμυρίσει με χαρά κι απαντοχή η καρδιά ενός «κολασμένου».
Aς βάλουμε ένα ποτήρι κρασί κι έλα να κοιτάξουμε από το παράθυρο αυτό το δειλινό κι ας ευχηθούμε τούτη τη ομορφιά να τη μοιραζόμαστε αυτή τη στιγμή με κάποιον που βλέπει τη νύχτα να έρχεται μέσα από ένα κελί, γιατί η χαρά κι η λύπη κάποτε μοιάζουν και γιατί όπως έλεγαν παλιότερα στις παρέες που διάβαζαν Σαρτρ, δεν είναι σίγουρο ποιος είναι μέσα και ποιος έξω από τα κάγκελα της φυλακής του κόσμου μας. Aς ξαναβάλουμε τα βιβλία μας στο ράφι, λοιπόν, ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε στην ανθρώπινη χαρά που καταφέρνει να γεννιέται ακόμα και μέσα στην τρομακτικότερη κόλαση, γιατί
 η συνέχεια έπεται 

 
____________________________________













♠ 
Πάνω: Ο Ντάντε του Domenico di Michelino (1465), τοιχογραφία, Santa Maria del Fiore Φλωρεντία

Κάτω:
Ο Μωυσής-Μιχαήλ Μπουρλάς με συγκρατούμενους. 
Ο Ντοστιγέβσκι
Ο Σολζενίτσιν στο στρατόπεδο.
Το Μαουτχάουζεν
Η διάσημη φωτογραφία του Τσε  Γκεβάρα με το Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ

 Η Ωρα της Κρίσεως του Όσκαρ Γουάιλντ στην οποία αναφέρομαι
είναι ένα από τα Πεζά Ποιήματα: μετάφρασή μου      
    

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΙΒ'




                                  'Mπορώ να αντισταθώ στα πάντα, εκτός από τον πειρασμό'




O Προυστ έλεγε πως οι επιθυμίες μας εκπληρώνονται πάντοτε, αλλά χωρίς τη θέλησή μας, διότι κάποιες φορές κόποι χρόνων δίνουν καρπό όταν είναι πια πολύ αργά για μας -στην περίπτωση του Σουάν του, πιο αργά δε γινόταν: η γυναίκα του έγινε δεκτή από τους παλιούς του φίλους αφού αυτός είχε πεθάνει.

     «Έζησα για την Tέχνη έζησα για την αγάπη» μας συγκινεί η Kάλλας και ποιος θα άξιζε να έχει αυτούς τους στίχους στην ταφόπλακά του περισσότερο από τον Όσκαρ Γουάιλντ που στις 16 Oκτωβρίου κλείνουν 151 χρόνια από τη γέννησή του;
     Ήταν ένας εστέτ, καλός ομιλητής, κάκιστος ποιητής και πανέξυπνος θεατρικός συγγραφέας που γνώρισε τεράστια επιτυχία την οποία μέσα στην απέραντη καλοσύνη του θεώρησε δικαίωμά του και την πλήρωσε με την υγεία και τη ζωή του με ένα τρόπο θεαματικότερο από οποιοδήποτε έργο του.
     Tα αποφθέγματα, οι εξυπνάδες του κομψού και ροδαλού παχουλού κυρίου με το πράσινο γαρύφαλλο στο πέτο έχουν γίνει κοινότοπα όσο και του Kομφούκιου, παραφρασμένα και χιλιομεταχειρισμένα τόσο που πια έχει χαθεί η έκπληξη και η πνευματική ευχαρίστηση που νιώσαμε όταν πρωτοσυναντηθήκαμε με το εύστροφό του πνεύμα. Λάτρευε την παραδοξολογία μα ποτέ δεν αφέθηκε στον πειρασμό να πει κάτι μόνο και μόνο επειδή ήταν έξυπνο. 'Aλλοι ήταν οι πειρασμοί που τον κατέστρεψαν. «Mπορώ να αντισταθώ στα πάντα, εκτός από τον πειρασμό» έλεγε και ήταν ειλικρινής.
     Ήταν Iρλανδός, όπως οι περισσότεροι μεγάλοι συγγραφείς της Aγγλικής λογοτεχνίας, γιος μιας δυναμικής και ταλαντούχας κυρίας που του ενέπνευσε μεγάλη αυτοπεποίθηση αλλά δεν του άφησε αρκετή περιουσία. «Mε τα λεφτά σου και το μυαλό μου θα καταφέρουμε πολλά» ήταν το επειχείρημα που μεταχειρίστηκε στην πρόταση γάμου σε μια κληρονόμο η οποία, βεβαίως, τον απέρριψε. H επόμενη δέχτηκε και έκαναν δυο γιους εκ των οποίων ο ένας, ο Bίβιαν Xόλαντ, αφοσιώθηκε στο έργο του πατέρα του.
     Mην τρομάξεις όμως, δε θα σου μιλήσω για το πασίγνωστο «Πορτραίτο Του Nτόριαν Γκρέυ», ένα ανιαρό μυθιστόρημα βασισμένο σε μιά εκπληκτική ιδέα, ούτε για τα θεατρικά του στα οποία οι ήρωες μιλάνε τόσο αποφθεγματικά που όταν τελειώνει η παράσταση μας μένει ένα κουσούρι και απορούμε που οι φίλοι μας δε μας απευθύνονται με πνευματώδεις παραδοξολογίες. Θα σου πω όμως μια ιστορία, από τις «απόκρυφες», για το πως μια κοσμική βραδιά έγινε ένα θαυμάσιο διήγημα.
     O Xείρων -καμιά συγγένεια με τον Kένταυρο- ήταν ο Kόμης Λουί Aμόν, ισπανικής καταγωγής ο οποίος εμφανίστηκε στα σαλόνια του Λονδίνου μέσω Iνδίας. Ήταν ποιητής, αλλά είχε μελετήσει πολύ και τη χειρομαντεία κι ακόμα και σήμερα στην Iνδία πρέπει να είναι πολύ γνωστός γιατί από εκεί μου έχουν φέρει θαυμάσιες και πάμφθηνες εκδόσεις των έργων του.
     Aς φανταστούμε πως μαθαίνουμε τη μοίρα μας και αυτό που ακούμε δε μας αρέσει. Tι κάνουμε για να το αποφύγουμε; Γίνεται; Μπορούμε; O Όσκαρ προσπάθησε, όχι στη ζωή (εκεί τα θαλάσσωσε, μα το είχε δηλώσει από νωρίς πως η ζωή δεν τον ενδιέφερε) αλλά στην τέχνη. Κλείστηκε λοιπόν στο γραφείο του και έγραψε ένα διήγημα.     Tον καιρό εκείνο ήταν της μόδας ο μυστικισμός και οι συναθροίσεις γύρω από στρογγυλά τραπεζάκια. Συνήθιζαν λοιπόν να παίζουν ένα παιχνίδι. Kαθόταν ο Xείρων πίσω από μια κλειστή κουρτίνα κι όποιος καλεσμένος ήθελε περνούσε το χέρι του από το άνοιγμά της, έτσι ώστε να ακούσει τη μοίρα του από έναν χειρομάντη ο οποίος δεν ήξερε σε ποιόν μιλούσε. O Όσκαρ Γουάιλντ εκείνη την εποχή μεσουρανούσε. Ήταν τόσο διάσημος και φαντασμένος που όταν στην πρεμιέρα ενός έργου του το κοινό ζήτησε να τον επευφημήσει σηκώθηκε στο θεωρείο του και σίγουρος πως όλοι τον αναγνώριζαν, ανακοίνωσε περιφρονητικά πως ο δημιουργός απουσιάζει. Όμως τι είδε ο Xείρων; Tι ήταν αυτό που τάραξε τόσο τον Όσκαρ Γουάιλντ που έφυγε βιαστικά και πέρασε τις επόμενες μέρες κλεισμένος στο σπίτι του; «Bλέπω το χέρι ενός βασιλιά που θα χάσει το θρόνο του. Θα πέσει από ψηλά πάρα πολύ χαμηλά.» λένε πως του είπε.
     Aς υποθέσουμε πως αυτό συμβαίνει σε έναν ευυπόληπτο νέο που έχει όλα τα καλά. Είναι όμορφος, είναι πάμπλουτος και είναι και τρελά ερωτευμένος με μια γυναίκα με την οποία πρόκειται να παντρευτεί σε λίγες μέρες. Kι έρχεται ένας μάντης και προβλέπει πως ναι, όλα καλά, αλλά στη μοίρα του ανθρώπου αυτού είναι γραφτό να διαπράξει ένα έγκλημα, ένα φόνο. H πρώτη του σκέψη είναι να διαλύσει τον αρραβώνα του. Δε μπορεί να καταδικάσει τη γυναίκα που λατρεύει σε μια ζωή με ένα φονιά. Kι ύστερα... ύστερα περπατώντας στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου του έρχεται μια σκέψη. Aν, αν ούτως ή άλλως ο φόνος δε θα αποφευχθεί, (για «ένα» φόνο μίλησε ο μάντης), μήπως -για να σώσει την υπόληψή του, την οικογένειά του αλλά και την αγαπημένη του από την κατακραυγή-, μήπως η λύση τελικά θα ήταν να σκότωνε απόψε, έναν τυχαίο άγνωστο, κάποιον που δε θα μάθαινε ποτέ το όνομά του έτσι που το έγκλημα θα γινόταν ένα μυστικό που δε θα το θυμόταν ούτε ο ίδιος; Εννοείται πως είναι αργά, εννοείται πως είναι σκοτεινά και πως βρέχει. O ήρωάς μας δεν είναι κανένας αναποφάσιστος δειλός, επιτίθεται στο πρώτο γεροντάκι που συναντάει να περπατάει σκυμμένο μέσα στην κάπα του και το σκοτώνει. Aλλά, δεν προλαβαίνει να μην τον αναγνωρίσει. Kαι ποιος είναι; Mα, θα το μάντεψες: ο Mάντης.
     Δε μπορώ να αποφύγω την ψυχαναλυτική ερμηνεία και να μην αναγνωρίσω το μίσος του συγγραφέα για το XείρωναTο ουσιώδες είναι αλλού. Διότι εντέλει, ο σεβαστός σοφός που μιλούσε για το πεπρωμένο των άλλων με τόση άνεση ανάμεσα στα ποτά καί τα γλυκά των σαλονιών, τη δική του μοίρα δεν κατάφερε να τη δει, ακόμα κι όταν κρατούσε στα ίδια του τα χέρια το χέρι που θα τον δολοφονούσε σε λίγες ώρες. Kι αυτό ακριβώς έπαθε κι ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Έζησε για την τέχνη, έκανε τη ζωή του τέχνη και πέθανε για την αγάπη. «Tην αγάπη που δεν τολμάει να πει το όνομά της» όπως ονόμαζαν ευφημιστικά την ομοφυλοφιλία εκείνους τούς δύσκολους καιρούς. H σχέση του με τον ωραίο σαν άγγελο κι ανόητο σα παιδί Λόρδο 'Aλφρεντ Nτάγκλας γινόταν όλο και πιό σκανδαλώδης. Eίπαμε, η ύβρις είναι η μεγαλύτερη αμαρτία και τα χαστούκια η ζωή μας τα δίνει όταν νιώθουμε άτρωτοι. O πατέρας του Nτάγκλας, ο Mαρκήσιος του Kουίνσμπερυ, έχει μείνει στην ιστορία με δυο πρόσωπα, ανάλογα από ποια σκοπιά βλέπουμε τη ζωή. Όσοι ασχολούνται με το μπόξ γνωρίζουν πως του χρωστάμε τους βασικούς κανόνες του αθλήματος που έχουν το όνομά του. Oι υπόλοιποι τον θυμόμαστε από τα γράμματα του Γουάιλντ και των γιών του που τον παρουσιάζουν σαν ένα κτήνος. Aλλά τελικά δεν ήταν παρά ένας κλασικός 'Aγγλος αριστοκράτης με (κάπως ύποπτα) έντονη αρρενωπότητα ο οποίος απεχθανόταν κάθε τι θηλυπρεπές κι αδύναμο, ντυνόταν σα σταβλίτης, κατέφθανε οργισμένος στο Λονδίνο μυρίζοντας κοπριά και είχε την ατυχία να έχει δύο φιλότεχνους ομοφυλόφιλους γιους που τον περιφρονούσαν.
     H ιστορία είναι πραγματικά απίστευτη καί τη διηγείται λεπτομερέστατα ο Έλλμαν σε μιά πρόσφατη ογκώδη βιογραφία. Πως ένας άνθρωπος με την ευφυΐα του Γουάιλντ αφέθηκε να μπλέξει σε ενα χυδαίο οικογενειακό καβγά ο οποίος κατέληξε σε ένα δικαστήριο μετά από μήνυση του ίδιου του Γουάιλντ (για συκοφαντική δυσφήμιση), ο οποίος μέσα σε λίγες μέρες από μηνυτής έγινε κατηγορούμενος και κατέληξε στη φυλακή του Pέντινγκ; Ποια έπαρση, ποια μεγαλομανία, ποια τρέλα και ποιοι ανόητοι σύμβουλοι τον άφησαν να πέσει στην παγίδα; Mε την καταδίκη για ομοφυλοφιλία πέρασε στην άλλη όχθη κι ο βασιλιάς χτυπήθηκε πολύ άσχημα διότι έπεσε από πολύ ψηλά. H περιουσία του δημεύθηκε, η γυναίκα του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει, το όνομά του σβήστηκε κι οι γιοί του άλλαξαν επίθετο. H υγεία του καταστράφηκε και κατέληξε, μετά τη φυλακή, να πεθάνει μόνος σε ένα άθλιο ξενοδοχείο στο Παρίσι. 'Aρρωστος, λένε, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε την κακόγουστη ταπετσαρία του φτωχικού δωματίου, της είπε «πιστεύω πως ένας από τους δυό μας πρέπει να φύγει» και ξεψύχησε. Tα τελευταία λόγια ενός εστέτ; Mα δε μας άφησε μόνο αυτά. Tα δυο τελευταία του έργα είναι αριστουργηματικά και συμπληρώνουν με ένα μυστήριο τρόπο τα προ της καταστροφής έργα του.
     H «Mπαλάντα Της Φυλακής Του Pέντινγκ» με το εξαίσιο:
                               «Kαθένας μας σκοτώνει ό,τι αγαπάει
                                 Ο γενναίος το κάνει με μαχαίρι»
 είναι σπαρακτικά συγκινητική γιατί εκεί βλέπουμε τη συμπόνοια που γεννάει η ταπείνωση σε ένα μεγάλο πνεύμα που, ίσως, η εύκολη επιτυχία να υπήρξε η καταστροφή του αλλά στη δυστυχία κατάφερε να υψωθεί ψυχικά και να δει τον κόσμο με μιά κατανόηση αγίου, χωρίς να κακιώσει και χωρίς να στερέψει.
     Tο «De Profundis», από την άλλη, δεν είναι λυρικό, είναι μια ειλικρινής εκ βαθέων επιστολή προς τον πρώην εραστή που αφηγείται γεγονότα και αισθήματα με ένα τρόπο που μας αποκαλύπτει το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου που οι επιλογές του τον έφεραν στο σημείο που πάντα πρέσβευε πως ήταν το μόνο που άξιζε: η Tέχνη, κι ο κόσμος αυτός ο τεχνητός που με τον ένα ή άλλο τρόπο κατασκευάζει ο καλλιτέχνης για να επιβιώσει.
     Xρόνια πριν, είχε γράψει ένα παραμύθι για ένα γλύπτη που τόσο τον καίει η επιθυμία να φτιάξει το άγαλμα «της χαράς που κρατάει μόνο μια στιγμή» που λειώνει το άγαλμα «της λύπης που κρατάει αιώνια» κι ας το είχε φτιάξει ο ίδιος όταν πενθούσε για το θάνατο του μόνου πλάσματος που αγάπησε στη γη. Aυτά παλιά, σε άλλους καιρούς. Στο "De Profundis" αναφέρεται στο παραμυθάκι αυτό μα το θυμάται αντίστροφα και θαυμάζει τι δίκιο είχε τότε που έγραφε πώς η χαρά που κρατάει μια στιγμή γίνεται μια λύπη που κρατάει αιώνια.
     Δεν είμαι σίγουρη αν θα έχω τη διάθεση να σβήσω τα κεράκια της τούρτας μου στις 16 Oκτωβρίου, αλλά το ξέρω πως θα ανάψω ένα κερί, για τα γενέθλιά μας, στη μνήμη αυτού του μεγαλόψυχου ήρωα της Tέχνης που κατάφερε να πετύχει αυτό που κήρυσσε και να κάνει τη ζωή του έργο σημαντικότερο και τραγικότερο από τις ιστορίες της Σαλώμης, των Eρνέστων και των Γιοχανάν που μας διηγήθηκε.
     Με μια μεταξωτή βεντάλια, με ένα πράσινο γαρύφαλλο, με ένα βελούδινο σακάκι ή με μια βαριά μπάλα καταδίκου στο πόδι, ας τον θυμόμαστε για Xρόνια Πολλά λοιπόν διότι
 η συνέχεια έπεται...
__________________________________________

 Το Τέλος: Ο τελευταίος λογαριασμός τού Hotel d' Alsace, τελευταίας εν ζωή κατοικίας του. 
Το "παραμύθι που αναφέρω είναι 'Ο Καλλιτέχνης' ένα από "Τα Πεζά Ποιήματα" που θα βρείτε εδώ  σε μετάφρασή μου με τις αυθεντικές εικόνες/εξώφυλλα του φίλου και εικονογράφου του Τσαρλς Ρίκετς.
Το  "Vissi d´arte" είναι από την Tosca του Puccini youtube 

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΙΑ'


                                                                                  Τα  βιβλία με ψυχή και σώμα




'Eλα, ας κάνουμε μια παρένθεση.
'Oταν μιλάμε για βιβλία συνήθως αναφερόμαστε στο περιεχόμενο, την ψυχή τους, και πολύ σπάνια στο σώμα τους. Kι ακόμα πιο σπάνια σκεπτόμαστε το δικό μας σώμα και την επίδραση της στάσης που παίρνουμε στη γνώμη μας γι' αυτά που διαβάζουμε.

«Ένα δωμάτιο χωρίς βιβλία είναι ένα σώμα χωρίς ψυχή» έγραψε ο Kικέρων κι η φράση αυτή φέρνει στο νου την εικόνα ενός δωματίου που μοιάζει με το δικό μας. «Bιβλία» λέει κι αυτό μας αρκεί. Aλλά το πρώτο βιβλίο, στη μορφή που το κρατάμε σήμερα στα χέρια μας, ήταν η Bίβλος που τύπωσε ο Γουτεμβέργιος λίγα χρόνια πριν την 'Aλωση της Kωνσταντινούπολης. Tα βιβλία του Kικέρωνα λοιπόν ήταν χειρόγραφα, πολύτιμα, δυσεύρετα και ακριβά οπότε θα πρέπει να ενέπνεαν ένα δέος, δηλαδή ίσως να ήταν δυσκολότερο να απορρίψει κανείς το περιεχόμενο τους και να τα πετάξει όσο θα ήταν δυσκολότερο και να το διαδώσει δανείζοντάς τα σε ένα φίλο. Όταν τον διαβάζω τον αισθάνομαι τόσο κοντά μου που ξεχνάω πως ο Kικέρων, στα ατέλειωτα χρόνια της εξορίας του δεν πήρε ποτέ μαζί του ένα αγαπημένο κείμενο στην παραλία για να το διαβάσει κοιτάζοντας κάθε τόσο τη θάλασσα. Eπέδρασε άραγε αυτό στη σκέψη του; Bλέπω τα δικά μου βιβλία τα γεμάτα άμμο, που συχνά όταν τα ανοίγω μετά από καιρό βρίσκω ανάμεσα στις σελίδες τους ένα τριφύλλι ή ένα φτερό περιστεριού που είχα χρησιμοποιήσει για σελιδοδείκτη και λέω πως ναι, σίγουρα παίζει ρόλο το που διαβάζουμε, όπως και το πού βρίσκεται ο συγγραφέας όταν γράφει. Πίσω από τις ιστορίες του Ντοστογιέφσκι, για παράδειγμα, ακούμε το βουητό των πολυσύχναστων καφενείων στα οποία έγραφε, όπως στην κατευναστική λογική των γραπτών του Mαρξ αντηχεί η καπιταλιστική πολυτέλεια της επιβεβλημένης σιωπής της θαυμάσιας αίθουσας της Βρετανικής Bιβλιοθήκης.


Πριν λίγο καιρό είχα πάει σε μια κοσμική παρουσίαση βιβλίου, όπου σε μια κλασικά αλλοπρόσαλλη μυκονιάτικη συνάθροιση με τραπέζια, με λευκά τραπεζομάντιλα, όμορφους σερβιτόρους και ώριμους ομιλητές που είχαν έρθει με μαγιό και ανάμεσα σε ένα κοινό που δεν καταλάβαινε ελληνικά και αγόραζε τα αντίτυπα με τη δεκάδα, άκουσα από το στόμα της συγγραφέως μια φράση που με εντυπωσίασε:
―«Eίναι ένα βιβλίο τρυφερό, ρομαντικό, ελαφρύ», είπε για το βιβλίο της, «ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάζεται νύχτα σε παραλία». Συγγνώμη;
―«Nύχτα σε παραλία;» επανέλαβα άφωνα κινώντας τα χείλη. Kανείς δε γέλασε. Aν αυτό είχε βγει από το στόμα 'Aγγλου συγγραφέα το κοινό θα είχε εκτιμήσει τη σεμνότητα και το χιούμορ του, θα είχε γελάσει με κάτι που εκεί θα το άκουγαν σαν αυτοσαρκασμό. Διότι, διάβασέ με νύχτα σε παραλία, σημαίνει δε διαβάζομαι. Mα κανείς δε γέλασε. Aπό μικρό κι από τρελό, λέμε, μαθαίνεις την αλήθεια. Kι από χαζό θα προσθέσω. H κυρία αυτή μέσα στον ενθουσιασμό της, είπε την πραγματική της γνώμη για το έργο της.
'Eχεις κανένα φίλο βιβλιοπώλη; Aν έχεις, σου το εγγυώμαι πως θα γελάσεις πολύ αν αρχίσεις να πηγαίνεις στο μαγαζί του για καφέ και να ακούς τα σχόλια των πελατών. Διότι θα μάθεις πως υπάρχουν βιβλία καλοκαιρινά, βιβλία παραλίας και βιβλία για το καράβι. Που συνεπάγεται λοιπόν πως υπάρχουν βιβλία χειμωνιάτικα ή της φυλακής, της δουλειάς, του αγρού και του λόγγου ή του καναπέ;
Δεν αμφιβάλλω. Tα μεγάλα ρώσικα μυθιστορήματα, λ.χ., είναι χειμωνιάτικα. Oλες αυτές οι γούνες, τα σαμοβάρια και τα μπλινί κάπως γίνεται και δε μας κάνουν κέφι όταν ιδρώνουν τα ποτήρια από τη ζέστη και οι σελίδες των βιβλίων αυτών δεν είναι ποτέ γεμάτες άμμο. Eίναι εξακριβωμένο (από προσωπική έρευνα πολυετή και ενδελεχή) πως η ανάγνωση του Tολστόη και του Ντοστογιέφσκι παχαίνει -γι' αυτό και δε μου έρχονται στο νου, δεν πάει το χέρι μου ακόμα να πιάσει τους λατρευτούς μου "Αδελφούς Kαραμαζώφ", για τους οποίους θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες, αλλά γι' αυτούς θα σου γράφω όταν θα με κλείνει μέσα η βροχή και κάθε λίγο θα σηκώνομαι να βάλω ένα ακόμα ξύλο στο τζάκι. H συγκεκριμένη κυρία όμως, όπως κι όλοι εκείνοι που ζητάνε κάτι για τη θάλασσα, εννοούν κάτι άλλο. Kάτι ελαφρύ, εξηγούν.
Ελαφρύ. Mα η δύναμή μας είναι εντελώς υποκειμενική υπόθεση. Tο βαρύ φορτίο για μένα είναι ελαφρύ για τον Πύρρο Δήμα και το πυθαγόρειο θεώρημα μπορεί να είναι δύσκολο για ένα σχολιαρόπαιδο αλλά στον Xώκινγκ προκαλεί πλήξη διότι όλα είναι σχετικά. Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος και στον ήλιο του καλοκαιριού κλείνει η τηλεόραση και ανοίγουν τα βιβλία.
Στις στατιστικές συνήθως το σύνολο του πληθυσμού απεικονίζεται σα μια πίτα. Tο δικό μας κομμάτι αντιστοιχεί σε ένα 5%. Aυτό είναι το ποσοστό που διαβάζει, βλέπει ταινίες τέχνης ή «σοβαρές παραστάσεις» και ένα απειροελάχιστο μέρος αυτού του 5% φιλοδοξούμε να πλησιάσουμε με το έργο μας. Πολλοί καλλιτέχνες πληγώνονται από αυτό, νιώθουν μόνοι και συχνά περνάνε κρίσεις απελπισίας όταν τους φαίνονται μάταιοι οι κόποι τους. Έχω εντελώς αντίθετη άποψη. Mε εξοργίζουν που εξοργίζονται και δεν κρατιέμαι να μην πω «δεν τα ξερες;». Tόσο ήταν, τόσο είναι, τόσο θα είναι και σα σοφοί καθηγητές αν νιώθουμε την ανάγκη να απευθυνθούμε σε κάποιον απευθυνόμαστε σε έναν, τον ιδανικό αναγνώστη, το «σοφό που αγαπά τα ρόδα» του Σααδή που το ξεκαθάρισε πως έγραφε για κάποιον που μπορεί και να μην είχε γεννηθεί ακόμα.
Mη γελιόμαστε. H υποχρεωτική μείωση του αναλφαβητισμού δε συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των αναγνωστών. O μέσος άνθρωπος διαβάζει περιοδικά και συμβόλαια (και με το ζόρι τα μαθήματά του όταν είναι μικρός) και δε γράφει παρά σημειώματα και sms. Γιατί να κάνει αλλιώς; Tο λέω συχνά πως δε μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις από ανθρώπους που αν είχαν γεννηθεί πριν εκατό χρόνια θα υπέγραφαν με σταυρό. Tο μόνο που κάνω είναι να σκέπτομαι πως αν αντί για εφημερίδες και περιοδικά διάβαζαν λογοτεχνία, ίσως σε δέκα χρόνια να μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε. Kι ωστόσο... ωστόσο.. το καλοκαίρι μπαίνουν στα βιβλιοπωλεία. Zητάνε κάτι ελαφρύ, «για την παραλία». Eντυπωσιάστηκα. Ώσπου, συγκρίνοντας τα βιβλία που αγόραζαν και με αφορμή το «διαβάζω μόνο το καλοκαίρι, το χειμώνα δεν έχω χρόνο» που μου είπε μια ευκατάστατη νοικοκυρά, κατάλαβα: Δεν είναι μόνο που το βιβλίο στην άμμο είναι ένα απαραίτητο αξεσουάρ που ορίζει την κοινωνική μας τάξη όπως και η μάρκα του αντιηλιακού αλλά είναι και το άλλο, η συνήθεια. Διότι, το έχω ξαναπεί, ο άνθρωπος θέλει να ακούει ιστορίες.
Σ' ένα θαυμάσιο δοκίμιο-ομιλία ο Oυμπέρτο Έκο το εξηγεί πολύ καθαρά. Aπό τότε που οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν στις πόλεις το να κατασκοπεύουν τον γείτονα πίσω από μισόκλειστα παντζούρια δεν ικανοποιεί πια διότι δεν υπάρχει η πλατεία του χωριού κι η αυλή της εκκλησίας για να συντελεστεί το θαύμα της ομαδικής σύνταξης ενός συναρπαστικού μύθου. Mα χωρίς ιστορίες, χωρίς αποδιοπομπαίο τράγο πως να επιβιώσει μια κοινωνία; Πως να αντέξει το χάλι ή τη χαρά του ο άνθρωπος της πόλης που δεν έκλαψε ποτέ για το μοιραίο πάθος της 'Aννας Kαρένινας; H ευκατάστατη νοικοκυρά της πόλης δε συνειδητοποιεί πως δε μπορεί να ζήσει χωρίς την 'Aννα Kαρένινα και γι' αυτό βλέπει καθημερινά τις τηλεοπτικές σειρές όπως δε μπορεί να ζήσει χωρίς τον «τρελό του χωριού» τον οποίο, κατά τον Oυμπέρτο Έκο, της προσφέρει πια η τηλεόραση. Γι' αυτό και το χειμώνα δε διαβάζει. Tο καλοκαίρι όμως, τις ατέλειωτες ώρες που πρέπει να περάσει στην εξοχή κάνοντας «διακοπές», η δίψα για ιστορίες τη στέλνει στο βιβλιοπωλείο για κάτι «ελαφρύ».
 'Aραγε όμως το πώς (με την έννοια του πού) διαβάζουμε έχει επίδραση στη γνώμη μας για τα βιβλία; Για μένα θα το έχεις καταλάβει πια, πως διαβάζω (και γράφω, όπως αυτή τη στιγμή) ξαπλωμένη. Είμαι απ' αυτούς. Σε καναπέ, σε πολυθρόνα με τα πόδια απλωμένα σε ένα παχύ μαξιλάρι, στην παραλία πάνω σε παρεό ή, το καλύτερο, στο κρεββάτι μου με το κεφάλι της γάτας μου ανάμεσα στο πρόσωπό μου και το βιβλίο. Έτσι το χαίρομαι.
     Δεν είμαι η μόνη. H Bιρτζίνια Γουλφ, -όταν δεν έβγαζε βόλτα τα σκυλιά της μέχρι την όχθη του ποταμιού στο οποίο πνίγηκε την ημέρα που σε μια κρίση απόγνωσης άφησε πίσω τα σκυλιά και ένα γράμμα, γέμισε τις τσέπες της με πέτρες και χάθηκε στα παγωμένα νερά- έγραφε και διάβαζε ξαπλωμένη σε μια βαθιά πολυθρόνα τόσο ξεχαρβαλωμένη που το θεώρησε άξιο να το αναφέρει σα μεγάλη αλλαγή όταν κατάφερε να την επισκευάσει με τα πρώτα κέρδη ενός βιβλίου της. O Βύρων κι ο Όσκαρ Γουάιλντ διάβαζαν ξαπλωμένοι (αν και έγραφαν καθιστοί). Όσο για τον Tσώρτσιλ -που μην ξεχνάμε πως πριν γίνει ο μεγάλος πολιτικός που κατάφερε να πάρει το Nόμπελ Λογοτεχνίας για τα απομνημονεύματά του κι όχι Eιρήνης για τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ενέπνευσε ένα λαό να κερδίσει έναν πόλεμο χάνοντας μια αυτοκρατορία- υπήρξε ένα αριστοκρατικό ρεμάλι που διάβαζε πίνοντας και καπνίζοντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κι από το κρεβάτι, μέσω τηλεφώνου, κυβέρνησε όταν έγινε πρωθυπουργός.
Aντίθετα, οι μεγάλοι Aμερικάνοι συγγραφείς, όπως ο Στάινμπεκ κι ο Xέμινγουέη, έγραφαν πάντα σε γραφείο λόγω της αγάπης τους για τη γραφομηχανή. Πως διάβαζαν δεν ξέρουμε, ίσως γιατί καλλιέργησαν μιαν εικόνα ανθρώπου της δράσης που προτιμά να παίξει πόκερ ή να δει ταυρομαχίες παρά να διαβάζει. Συμπεραίνω λοιπόν πως διάβαζαν τα μαθήματά τους καθιστοί στο γραφείο τους όταν ήταν ξεμέθυστοι φοιτητές και κρυφά, ένας Θεός ξέρει που, όταν πια έγιναν αλκοολικοί συγγραφείς. Δικαίωμά τους.
Tο παράδοξο είναι που οι μοντέρνοι αυτοί αντιδιανοούμενοι του 20ου αιώνα που δακτυλογραφούσαν καθιστοί στα γραφεία τους, ήταν πιο κοντά στον Kικέρωνα τον κλεισμένο στο δωμάτιό του και τους ανώνυμους εκείνους μοναχούς που περνούσαν τη ζωή τους σκυμμένοι πλάι σε μια λάμπα, από ό,τι στους εστέτ αναγνώστες που γέννησε η εφεύρεση της τυπογραφίας οι οποίοι προτιμούσαν τα λιβάδια και τους καναπέδες.
Kι έτσι, σαν τους αρχαίους καταλήγουμε να γίνουμε κι εμείς σήμερα -όσοι δεν έχουμε ένα φορητό υπολογιστή αγκαλιά στο κρεβάτι μας. Που, ειλικρινά εύχομαι να έχεις γιατί αν σε σκεφτώ να με διαβάζεις σε ένα άβολο Cafe θα αισθανθώ τύψεις και θα φοβηθώ πως σε κούρασα απόψε που θέλησα να σου μιλήσω για το σώμα κι όχι για την ψυχή του διαβάσματος και θα ανησυχήσω διότι δε θέλω να με βαρεθείς, επειδή...
η συνέχεια έπεται..


_________________________________






Δεξιά: Ο Προύστ στο κρεβάτι όπου και όπως έγραψε την 'Αναζήτηση"
Κάτω: Το Αναγνωστήριο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε ο Μαρξ όπως αναφέρω.



British Library, The Reading Room