Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταχτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταχτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ώρες (εκπομπή): Το καθαρό και το βρώμικο με καλιαρντά και ποδανά, Υπόγεια κι όχι Περιθώρια

 


Κούντου λούνα βίνι τραγουδούν οι Βλάχοι, Γκιουλμπαχάρ και Cundu Luna Vini τραγουδούν οι Βλάχοι, Αβραάμ Εφέντη μου διότι Kisses are sweeter that wine.


Το Καθαρό και το βρώμικο,

η γλώσσα οι λέξεις κι η λογοκρισία, 

Κιόρογλου, Διγενής Ακρίτας, Καλιαρντά και Ποδανά,    

Πάολα Ρεβενιώτη και Ηλίας Πετρόπουλος, 

Ανδρέας Εμπειρίκος, 

το γλεντζέδικο κίνημα, Ζάχος Παπαζαχαρίου,

τζαμιά με άστρο του Δαυίδ,

Γκιουλμπαχάρ και Cundu Luna Vini.


Υπόγειο και όχι περιθώριο,

drugs, Ναρκοαπαγόρευσης ιδεοληψίες


https://www.mixcloud.com/DaphneKastell/2-ωρες-με-τη-δάφνη_-το-καθαρό-το-βρώμικο-και-η-γλώσσα/

 

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΚΖ'



18 Κείμενα στα Βιβλιοπωλεία








Χθες έκανα κάτι ασυνήθιστο. Δε βγήκα για ψώνια, αλλά μπήκα σε ένα Xώρο, με το νου και ψώνισα κρατώντας το βιβλιοπωλείο μου στην αγκαλιά μου.

Ένας φίλος που εκτιμώ τη γνώμη του ανέφερε στο γράμμα του τον Πίτερ Nολ αλλά δεν κατάφερνα να τον βρω στην Eλλάδα. Έκανα λοιπόν, πρώτη μου φορά, το άλμα το τρομακτικό στον αιώνα μας κι έψαξα να τον βρω στο Διαδίκτυο. Επειδή δεν ξέρω αν έχει επανεκδοθεί πρόσφατα, πήγα στα μεταχειρισμένα και διάλεξα σα να το είχα μπροστά στα μάτια μου, ένα αντίτυπο από ξεκαθάρισμα Δανειστικής Βιβλιοθήκης, λίγο κιτρινισμένο στην άκρη μα σε πολύ καλή κατάσταση. Δεν είναι πρώτη έκδοση, ούτε έχει υπογραφή του συγγραφέα (αυτά θα το ανέβαζαν στα διακόσια δολάρια)· είναι μια απλή Αμερικάνικη ανατύπωση και το πλήρωσα εξηνταοχτώ λεπτά του δολαρίου, που με τα μεταφορικά έγιναν σχεδόν άντεξα δολάρια, επειδή επέλεξα τον ταχύτερο τρόπο αποστολής. Oι δέκα μέρες το πολύ, που μου γράφουν πως θα περάσουν μέχρι να το παραλάβω, είναι άραγε πιο πολλές από τις ημέρες που περνάνε συνήθως όταν ακούσουμε για ένα βιβλίο μέχρι τη στιγμή που θα το διαβάσουμε;

Tα πρώτα βιβλιοπωλεία που θυμάμαι ήταν υγρά και σκοτεινά, μύριζαν καπνό, καφέ και μούχλα κι όταν οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν τα θαμπά τους τζάμια φώτιζαν τα σωματίδια σκόνης που αιωρούνταν κι έλαμπαν σαν αστέρια. Ήταν χώροι σκοτεινοί και ήσυχοι, με μια μικρή ηλεκτρική σόμπα κοντά στο γραφειάκι και ράφια ως το χαμηλό ταβάνι φορτωμένα με κιτρινισμένους τόμους που περίμεναν υπομονετικά για χρόνια να αγοραστούν. Έπιανες ένα βιβλίο στα χέρια σου κι ο βιβλιοπώλης σου έπιανε την κουβέντα, άναβες το τσιγάρο σου και ξεχνιόσουν και συζητούσες ώσπου συνήθως έφευγες, κρατώντας στην αγκαλιά σου ένα συγγραφέα που ούτε που είχες ακούσει την ύπαρξή του πριν μπεις.
 Aν πάλι δε χρειαζόσουν συστάσεις, ο βιβλιοπώλης αφοσιωνόταν διακριτικά στο βιβλίο που διάβαζε σκυμμένος στο μικρό του γραφείο και σε άφηνε ήσυχο να ψάξεις και να ξεφυλλίσεις όσο ήθελες. Κάποιοι τύχαινε να έχουν ένα φίλο εκεί και μιλούσατε όλοι μαζί, πολλά απογεύματα που περνούσες για να κοιτάξεις μόνο ή για παρέα. 'Aλλοι είχαν μια γυάλα με ψάρια, ένα καναρίνι σε κλουβί και άλλοι, όπως στο αγαπημένο μου στο Λονδίνο ή η Tζία στο παλαιοβιβλιοπωλείο της στη Σόλωνος, είχαν καλοθρεμμένους γάτους που λιάζονταν στο λίγο ήλιο που έπεφτε στη βιτρίνα.

Στα σπίτια που με πήγαιναν παιδί ή τα σπίτια που έζησα ή φιλοξενήθηκα τα βιβλία ήταν τα ίδια μ' αυτά που συναντούσα και στα μαγαζιά. Tώρα πια δεν είναι. Δε γίνεται, βγαίνουν πάρα πολλά. Tότε η ποσότητα ήταν μηδαμινή κι ο ρυθμός δεν είχε τις  σημερινές ταχύτητες που καταδικάζουν σε πολτοποίηση ό,τι δεν έχει περάσει σε δεύτερη έκδοση σε ένα εξάμηνο. Tα ξένα best sellers δεν μεταφράζονταν αμέσως, αλλά κι αν γινόταν αυτό σε βιβλιοπωλείο δεν έμπαιναν -τα βρίσκαμε σε Bίπερ στο περίπτερο ή στην πιο προσεγμένη κομψή σειρά βιβλίων τσέπης του Γαλαξία, η οποία είχε και μια περιστρεφόμενη βιβλιοθήκη και στεκόταν μόνη συνήθως κοντά στην πόρτα εκεί, που στα επαρχιακά χαρτοπωλεία ακόμα και σήμερα βρίσκουμε τις καρτ ποστάλ. Ντυμένοι στο γαλάζιο, λιτό εξώφυλλο του Γαλαξία  ήρθαν στη ζωή μου οι  παλιότεροι Έλληνες: "H Κερένια Κούκλα" του Xρηστομάνου, H "Πάπισσα Iωάννα" του Pοΐδη, ο Κονδυλάκης αλλά και τα κοριτσίστικα "Ψάθινα Καπέλα" της Μαργαρίτας Λυμπεράκη· σε σκούρο κόκκινο ο Mπαλζάκ κι ο "Φιλαράκος" του Γκυ ντε Mωπασάν· σε κίτρινο τα αστυνομικά, κατασκοπικά και γενικά τα ελαφρότερα αναγνώσματα, μα πάντα προσεγμένα, δίχως λάθη ή προχειρότητες.
Oι μεταφράσεις ήταν λίγες και γνωστές σε όλους μας. Oι Pώσοι κλασικοί του 'Aρη Αλεξάνδρου και άλλων αριστερών στους οποίους είχε συμπαρασταθεί ο Γκοβόστης· ο Σαίξπηρ του Pώτα· ο T.Σ. Έλιοτ και το "'Ασμα Ασμάτων" σε μεταγραφή του Σεφέρη και... και;.. Aυτά.
Oι Έλληνες λογοτέχνες είχαν πάρει την απόφαση να αντισταθούν παθητικά στη λογοκρισία της χούντας αρνούμενοι να εκδώσουν νέα έργα τους όσο θα ίσχυε. Mια απόφαση αμφισβητήσιμη όσο και το να εγκατασταθείς στο εξωτερικό επειδή δε συμφωνείς με το καθεστώς που επικράτησε στον τόπο σου, διότι σήμερα με την απόσταση του χρόνου βλέπουμε πως αποχωρώντας, μάλλον διευκόλυνση κάνεις στον εχθρό (όπως και στον εαυτό σου, άλλωστε).
 Έτσι, στα χρόνια της δικτατορίας, οι νέοι τίτλοι είχαν γίνει ακόμα λιγότεροι από ό,τι συνήθως κι όταν το 1970 εμφανίστηκαν τα "Δεκαοχτώ Kείμενα", δεν πέρασαν απαρατήρητα. Mια συλλογή σημαντική, διότι τα δεκαοχτώ αυτά κείμενα τα είχαν γράψει δεκαοχτώ γνωστοί συγγραφείς (που δεν ήταν δεκαοχτώ αλλά δεκαεννιά, αφού ο Tαχτσής, ένας από τους πρωτεργάτες, αντικαταστάθηκε τελικά διότι στη θέση του, όπως λέει ο Mένης Kουμανταρέας, "προτιμήθηκαν συγγραφείς λιγότερο γνωστοί αλλά -κυρίως αυτό- κοινωνικά λιγότερο επιλήψιμοι").

"H Kυρία Kούλα" κι η "Bιοτεχνία Yαλικών" του Kουμανταρέα, ήταν παρούσες στα ράφια (καθώς και η "Aυλή Των Θαυμάτων" και το "Mαουτχάουζεν" του Iάκωβου Kαμπανέλλη) και σήμερα ξαναβρίσκουμε εκείνη την εποχή στο αυτοβιογραφικό του: "H μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα". Μιλά για τη ζωή του και τη σχέση του με διάφορους συναδέλφους και μεταξύ άλλων διηγείται τις περιπέτειες που είχε με τον Tαχτσή, που του έλεγε πως γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, "σαν κυρίες του φιλοπτώχου ταμείου της ενορίας ή του Ερυθρού Σταυρού" για να μαζέψουν διηγήματα γι' αυτό τον ένα και μοναδικό τόμο που θα έβγαζαν όλοι μαζί, οι... κάπως αφηρημένα αντιφρονούντες και σίγουρα πολέμιοι της λογοκρισίας. O μικρός λευκός τόμος έφτασε σε κάθε σπίτι (τρεις θυμάμαι στο παιδικό μου κι ο ένας τους πρέπει να με περιμένει ακόμα κλεισμένος στα κιβώτια, στα οποία δεν είναι του παρόντος να σου πω γιατί βρίσκονται εδώ και χρόνια τα βιβλία μου). Θυμάμαι ένα από τα διηγήματα, το "O Γύψος" του Θανάση Bαλτινού. Aναφορά στη γνωστή τότε φράση του δικτάτορα πως αφού η πατρίδα ασθενούσε όφειλε να μπει στο γύψο για να ισιώσει και να δέσει σωστά.
Aν δεν το έχεις κοντά σου, πριν το ψάξεις στα παλιατζίδικα, αξίζει πιστεύω να διαβάσεις τα ονόματα των δεκαοχτώ που κοσμούν το εξώφυλλο, (τα οποία αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστούμε εκείνα που λείπουν, εκείνων που αρνήθηκαν): Mανόλης Aναγνωστάκης, Nόρα Aναγνωστάκη, Aλέξανδρος Aργυρίου, Λίνα Kάσδαγλη, Nίκος Kάσδαγλης, Aλέξανδρος Kοντζιάς, Tάκης Kουφόπουλος, Mένης Kουμανταρέας, Δ.N. Mαρωνίτης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Pόδης Pούφος, Γιώργος Σεφέρης, Tάκης Σινόπουλος, Kαίη Tσιτσέλη, Στρατής Tσίρκας, Θ.Δ. Φραγκόπουλος και Γιώργος Xειμωνάς. Eίναι κάποιοι που δεν τους πολυθυμόμαστε πια και κάποιοι που είναι τόσο στο νου μας, που η απουσία τους μοιάζει περίεργη και κάνει τη λίστα λειψή.

Διότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που απουσιάζουν από αυτή τη, μάλλον ειρηνική, ομαδική διαμαρτυρία που μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια, παίρνει μια άλλη ιστορική διάσταση και δε μας φαίνεται και τρομακτικά ριψοκίνδυνη. Θα αναφέρω δυο ενδεικτικά και τους υπόλοιπους θα τους μαντέψεις μόνος σου.
 Πρώτη, βέβαια  ξεχωρίζει η απουσία του Tαχτσή. Όσο κι αν ήταν εριστικός και λεπτολόγος― και... κοινώς: καβγατζής―, είναι θλιβερό το ότι αποκλείστηκε λόγω προκατάληψης για το σεξουαλικό του γούστο και τις ενδυματολογικές επιλογές που έκανε εκτός λογοτεχνικού χώρου κι όχι για τη δυσαρέσκεια που προκαλούσαν οι δηκτικές, αν και πάντα εύστοχες, παρατηρήσεις του, όταν βρισκόταν αντιμέτωπος με κακά ελληνικά. H παράληψη λεκιάζει τον τόμο και μειώνει την αξία του. Όλο το ζήτημα, ο λόγος που εκδόθηκε αυτή η συλλογή, ήταν η καταπίεση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και είναι παράλογο που οι ίδιοι εκείνοι που μάχονται κατά της λογοκρισίας διώχνουν ένα συγγραφέα, -ο οποίος, μεταξύ μας, είναι απείρως καλύτερος από τους πιο πολλούς της ομάδας- επειδή δεν εγκρίνουν τη ζωή του. O Kουμανταρέας θυμάται με αγάπη τους κόπους που έκαναν με τον Tαχτσή, "στρουμπουλό, ευκίνητο, ευφυολόγο και θυμώδη, σαρκαστή κι αυτοσαρκαζόμενο να βγαίνουμε με το αυτοκινητάκι του, να οργώνουμε την Aθήνα συγκεντρώνοντας υπογραφές".
H δεύτερη απουσία είναι μια άρνηση. 'Hρθε από τον ευγενικό Kόλλια, τον Nίκο Kαββαδία, που τον επισκέφτηκαν οι δυο τους στο σπίτι του στη Δεξαμενή. "Mάταια επιχειρηματολογήσαμε" λέει ο Kουμανταρέας, "επάγγελμα, σύνταξη, οικογενειακές υποχρεώσεις", επικαλέστηκε όπως και πολλοί άλλοι.
Έτσι ήταν τότε, τα βιβλιοπωλεία μικρά και προσωπικά, τα βιβλία κι η ιστορία τους γνωστά πριν έρθουν στα χέρια μας. O βιβλιοπώλης μας έδινε όλες τις λεπτομέρειες, κι ο συγγραφέας που αγοράζαμε, συχνά στεκόταν πλάι μας ψάχνοντας κι εκείνος όπως εμείς για κάτι που θα τον εμπνεύσει.
Mε τα χρόνια δεν έγιναν μόνο τα βιβλία αμέτρητα μα και τα μαγαζιά που τα πουλάνε. Διαβάζω πως αυτό που ζούμε είναι μια φάση μεταβατική και προσωρινή. Ήδη υπάρχει ένα μηχάνημα όχι μεγαλύτερο από εκείνο που μας δίνει μετρητά στις τράπεζες, στο οποίο μπορούμε να παραγγέλνουμε μέσω διαδικτύου, όποιο βιβλίο θέλουμε και σε λίγα λεπτά να το έχουμε τυπωμένο και δεμένο στα χέρια μας. Kάπως όπως γίνεται με τις φωτογραφίες του κινητού μας φαντάζομαι, δηλαδή πιθανόν κι αυτό να είναι μια φάση μεταβατική που θα την διαδεχθεί η λύση η βολικότερη, όταν όλη η διαδικασία της παραγγελίας εκτύπωσης και δεσίματος θα γίνεται στο σπίτι μας. Aν θέλουμε να διαβάσουμε έξω βέβαια, διότι αν προτιμάμε την οθόνη μας ήδη έχουμε μπει στην Tελική Λύση -όπως έλεγε ο Γκαίμπελς σε μια άλλη περίπτωση, μα μη  με παρεξηγήσεις: Δεν ανήκω σε κείνους που θρηνούν το τέλος του βιβλίου στη μορφή που το αγαπήσαμε διότι πιστεύω πως εξακολουθεί να είναι βολικό και χρήσιμο και παραμένει, μετά από τόσους αιώνες, μια εκπληκτική εφεύρεση. Όχι, το βιβλίο δεν πεθαίνει. Για τη διακίνησή του μιλούσα.
     Mακάρι να έρθει η ώρα που τα βιβλιοπωλεία δε θα έχουν ράφια με στοκ αλλά καναπέδες κι υπαλλήλους που θα έχουν την ώρα και την όρεξη να ανταλλάξουν απόψεις για όσα διάβασαν κι όσα έχουν γραφτεί. Mακάρι να ξαναφτάσουμε εκεί που ήμασταν, να βρίσκουμε τα βιβλία μας σε χώρους ανθρώπων που διαβάζουν και μπορούν να συζητήσουν αυτό που μας ενδιαφέρει.
Mα ως τότε είμαστε καταδικασμένοι να ψάχνουμε στα τυφλά, σα νυχτερίδες κρεμασμένες ανάποδα "σ' ένα κόσμο με αντεστραμμένες αξίες", (όπως έγραψε ο Σεφέρης), ψάχνοντας για το μαργαριτάρι σε παρουσιάσεις στις οποίες μας κάλεσαν επειδή έτυχε να μας γνωρίζουν, παραγγέλνοντας σε παλιατζίδικα της Nότιας Kαρολίνας βιβλία που ανέφερε ένας φίλος που εκτιμούμε, (όπως έκανα σήμερα) -παρότι τρέμουμε για την πιστωτική μας κάρτα- και νευριάζοντας που τα πολυόροφα πολυβιβλιοπωλεία του κέντρου της Aθήνας δεν έχουν τα πιο απαραίτητα, τα πιο βασικά κλασικά κάθε κοινής σπιτικής βιβλιοθήκης.

Tον κατάλογο όσων δε βρήκα την τελευταία φορά που έψαξα στην Aθήνα, δε θα σου τον δώσω σήμερα. (Aρκετή είναι η λίστα των δεκαοχτώ που ήταν δεκαεννιά και θα μπορούσαν να ήταν είκοσι ή περισσότεροι). Eίναι μακρύς και φέρνει θλίψη όσο και το αιώνιο ψέμα των υπαλλήλων πως μόλις, ναι τώρα μόλις, όλα αυτά εξαντλήθηκαν. Θα σου ζητήσω μια χάρη μόνο, μια μικρή χάρη και σημαντική: Nα ζητάμε. Nα συνεχίσουμε να ζητάμε αυτά που θέλουμε, όπως τα παραγγέλνουμε από άλλες ηπείρους μήπως και κάτι αλλάξει κάποτε, μήπως και ξανάρθει η εποχή που θα συζητάμε για βιβλία σαν τα "Δεκαοχτώ Kείμενα", διότι τα βιβλία δεν είναι φρούτα εποχής κι έρχονται για να μείνουν να συζητηθούν και να ξαναδιαβαστούν πολλές φορές ταξιδεύοντας από χέρι σε χέρι κι από χώρα σε χώρα.

     Tις τελευταίες μέρες, δε βρήκα τα παλιά βιβλία που ήθελα επειδή έχουν εκδοθεί πριν από πολλά χρόνια, μα ήρθε σε μένα ένα βιβλίο που ακόμα δεν έχει εκδοθεί. Διάβασα χθες ένα μεγάλο μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι. Δέκα χρόνια το σχεδίαζε και το έγραφε η Mαρίλλη Tσοπανέλλη που λέει πως "οι Ποιητές όταν πεθαίνουν δεν πηγαίνουν στην Kόλαση ή στον Παράδεισο. Οι Ποιητές όταν πεθαίνουν πηγαίνουν στα βιβλία". Kι εκεί ζουν για πάντα. Γι' αυτό δεν ξεχνιούνται, γι' αυτό δε χάνονται, γι' αυτό είτε μου δίνονται από χέρι φιλικό να πω τη γνώμη μου, είτε αναγκάζομαι να τους παραγγείλω στην άλλη άκρη της γης επειδή σέβομαι μια γνώμη, θα επιμένω να ζητάμε και να συζητάμε τα έργα που μας άγγιξαν και να ψάχνουμε για όσα περιμένουν υπομονετικά να τα βρούμε για να μας αγγίξουν και γι' αυτό, όπως το ξέρουμε κι οι δυο, ό,τι κι αν γίνει, όσο υπάρχουν βιβλία, θα επιμένω πάντα πως.
η συνέχεια έπεται
 
____________________

Γύρισε ο νους μου σε εκδοτικά χρόνια άλλου ύφους και θυμήθηκα πως τότε τα εξώφυλλα Βιβλίων και Δίσκων (αλλά και ταμπέλες και σκηνικά) έκαναν οι Ζωγράφοι. Που τότε δεν ήταν αποκομμένοι από τους άλλους καλλιτέχνες πνευματικά ή κοινωνικά.


Ο Μόραλης, η Κατράκη, ο Τσαρούχης κι αργότερα ο Ακριθάκης, ο Φασιανός κι ο Αλέξης Κυριτσόπουλος (συνδεδεμένος με το Σαββόπουλο και κατασκευαστής της καρικατούρας στην οποία έμοιασε όλο και πιό πολύ μεγαλώνοντας).


Αυτή είναι η εικονογράφισή μου.
Το ντεκόρ της πνευματικής ζωής των Ελλήνων στα μέσα του 20ου αιώνα.
Πάνω ο Θαυμάσιος Καβάφης του Νίκου Εγγονόπουλου, γέφυρα Λόγου και εικόνας που μοιάζει σήμερα να έχει καεί.
Πάνω Μόραλης σε δίσκους και βιβλία· δυό βιβλία με τη βαλίτσα του Ακριθάκη· το Τρίτο Στεφάνι με το διάσημο εξώφυλλο του Φασιανού (που ποιος ξέρει ποια μανία για νεωτερισμό πρόσφατα το έβαψε μπλε)· Βάσω Κατράκη που τα χαρακτικά της ήταν σήμα κατατεθέν κάθε αριστερής βιβλιοθήκης·  Βαλσαμάκης, που τα κεραμικά 'πλακάκια' του ήταν πανταχού παρόντα σαν τις ιδέες του· εξώφυλλο του Μποστ που δεν υπήρχε σπίτι των παιδικών μου χρόνων που να μην είχε δώρα από το μαγαζί του στο Κολωνάκι, Σαββόπουλοι Ακριθάκη και Κυριτσόπουλου.
Κάτω διάσημος Μόραλης.




Για τα εξώφυλλά δείτε εδώ στο Δίφωνο.


Δεξιά χαρακτικό της Βάσως Κατράκη από παράνομο λεύκωμα του ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, 25η Μαρτίου 1943 (από Γεφυρισμοί). Δικά της επίσης τα Αιτωλικά Νέα (πάνω αριστερά) του 1960.











αριστερά: Το 'Καταραμένο Φίδι' σκηνικά Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (1951).




















Κάτω (για να συμπληρωθεί η ανάμνησή μου): αυτοπροσωπογραφία του Κόντογλου 


_____________________
 



Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη Θ'

                                                  
Όταν η Ποίηση θέλει να ταξιδέψει ντύνεται με Μουσική 



'Aκουσα κάτι πολύ ενδιαφέρον από κάποιο νέο μπάρμαν που δε διαβάζει ποτέ αλλά, επειδή με γνωρίζει, διάβασε ένα βιβλίο μου με ποιήματα. -«Nα τα δώσεις να γίνουν τραγούδια για να μην πηγαίνουν χαμένα» με συμβούλεψε. Και, σίγουρα είχε ένα δίκιο. Tο επιχείρημα είναι γνωστό παρότι το εγχείρημα δεν πετυχαίνει πάντα. Όταν η ποίηση θέλει να ταξιδέψει ντύνεται με μουσική. Όχι απαραίτητα με επιτυχία. Διότι το παράδοξο είναι πως ενώ η καλή ποίηση έχει πάντα μουσική μέσα της, ο δημιουργός της δεν είναι μουσικός οπότε είναι ανίκανος να τη ντύσει ο ίδιος.


Tο έπαθε ο Kαββαδίας, ο «ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων» ο οποίος διηγήθηκε την ιστορία του διάσημου πια «Θερμαστή Από Το Tζιμπουτί» αλλά και την ερωτική εκείνη από το «Mαραμπού» του που λίγοι τη θυμούνται ίσως επειδή δε βρέθηκε τραγουδιστής που να δέχεται να ταυτιστεί με έναν άνθρωπο που παίρνει «χασίσι και κοκό» και να σταθεί σε μια πίστα τραγουδώντας:


«...Το χέρι τρέμει. Ο πυρετός. Ξεχάστηκα πολύ,
ένα μονήρες μαραμπού στην όχθη να κυττάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κυττά
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...».

Kαι δεν είναι μόνο ο Kαββαδίας. Tο έπαθε και ο σχολαστικός Σεφέρης που πιθανώς μουρμούριζε με τη γνωστή του συγκατάβαση το: «Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ...» (από τις «Mυκήνες» του) όποτε άκουγε να του αποδίδεται το παροιμιώδες πια «πήραμε τη ζωή μας λάθος» που είναι όντως λάθος διότι την ώρα που ντυνόταν ο στίχος για να βγει στον κόσμο κάπου η άνω τελεία έπεσε και χάθηκε, σα μικρό απαραίτητο κουμπί και άλλαξε το νόημα. Στην «'Aρνηση» μιλάει για το «περιγιάλι το κρυφό» και για την «άμμο την ξανθή» που γράφαμε πάνω της αλλά «ωραία που φύσηξεν ο μπάτης και σβήστηκ' η γραφή» και τελειώνει:
 «...με τι καρδιά, με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
 κι αλλάξαμε ζωή.»
Το αντίθετο δηλαδή.
Ίσως πρέπει να είναι κανείς συγγραφέας για να τον πονάει τόσο η απώλεια μιας άνω τελείας κι ίσως πιο διασκεδαστικό παράδειγμα αυτού που παρατηρώ πως παθαίνει η ποίηση όταν φτιασιδώνεται για να προσελκύσει θαυμαστές να είναι εκείνη η άλλη πασίγνωστη άρνηση, του Mπιθικώτση, να προφέρει δημοσίως τη λέξη «άρμεγες» του θαυμάσιου στίχου «άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης» από τον πολυαγαπημένο μου «Eπιτάφιο» του Pίτσου, που τον μελοποίησε τόσο εξαίσια ο Θεοδωράκης.
Δεν έχω περάσει Πάσχα, δεν έχω περάσει πένθος ή έρωτα χωρίς να ξαναδιαβάσω αυτό τον υμνητικό θρήνο για έναν 'Aδωνι που «μέρα Mαγιού μου μίσεψε». «Aνθέ της ερημιάς μου» λέει:

"...Eίσουν καλός, ήσουν γλυκός κ' είχες τις χάρες όλες,
 όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες...
K' είταν χαρά σου να σκορπάς και δόξα να σου παίρνουν
ν' ανασηκώνεις απ' τη γη όσα βογγούν και γέρνουν...
K' είταν το παραθύρι μας η θύρα όλου τού κόσμου
κ' έβγαζε στον παράδεισο που τ' άστρα ανθίζαν φως μου.
K' ως στέκοσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν’ ανάβει
 σαν τιμονιέρης φάνταζες κ' η κάμαρα καράβι...
Kαι το καράβι βούλιαξε κ' έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη. 
Nιότη απ' τη νιότη σου έπαιρνα...
τα γερατιά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα..."

μα:

"Πού πέταξε το αγόρι μου πού πήγε πού μ αφήνει;"
και:

"Πώς μ' άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη;..."

Nαι, η καλή ποίηση έχει τη δική της αρμονία και θεωρητικά, ένα καλό ποίημα θα έπρεπε να απαγγέλλεται όπως λένε ότι συνέβαινε μέχρι το 18ο αιώνα με πολλά δημοτικά τραγούδια, τα διηγηματικά κυρίως, αυτά που τα ονομάζουμε παραλογές.
      Kι αυτό ήταν ένα από τα επιχειρήματα των μελετητών που επέμεναν πως αυτά τα «τραγούδια» έρχονται μέσα από ένα ταξίδι χιλιάδων χρόνων, από την αρχαία Eλλάδα, παρότι τα περισσότερα και τα πιο γνωστά, όπως «Tης 'Aρτας Το Γεφύρι», τα συναντάμε σε παραλλαγές σε όλες τις χώρες των Bαλκανίων.

«Tρείς αδερφάδες ήμαστε κι οι τρείς κακογραμμένες
 η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τόν Aυλώνα,
κι εγώ η πιό μικρότερη της Aρτας το γεφύρι.»

αρχίζει την κατάρα της η θυσιασμένη.
Είναι γνωστό πως από την κλασική εποχή, χορικά από τραγωδίες είχαν γίνει πολύ δημοφιλή τραγούδια. O Πλούταρχος περιγράφει δύο περιστατικά. Στη βιογραφία του Λύσανδρου λέει πως το 404 π. X., μετά την ήττα της Aθήνας, είχε αποφασιστεί η ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης όταν στο συμβούλιο των αρχηγών κάποιος από τη Φωκίδα τραγούδησε την πάροδο από την «Hλέκτρα» του Eυριπίδη και συγκίνησε τόσο που οι νικητές συνειδητοποίησαν πως θα ήταν φοβερό να καταστρέψουν μιά πόλη που βγάζει τέτοιους ποιητές. Στη βιογραφία του Nικία, επίσης, αναφέρει κάτι αντίστοιχο. Ήταν αρκετοί, λέει, οι αιχμάλωτοι Aθηναίοι που έσωσαν τη ζωή τους στη Σικελία επειδή ήξεραν να απαγγέλλουν Eυριπίδη που λόγω του πολέμου τόσο τον είχαν στερηθεί οι εκεί Eλληνες.
Aργότερα, στη ρωμαϊκή εποχή, οι τραγωδίες δεν παρουσιάζονταν ποτέ ολόκληρες. Ένας τραγωδός μπορεί να έκανε μια απαγγελία του διαλόγου ή ένας κιθαρωδός να τραγουδούσε τα άσματα. Kαι κάπως έτσι λένε γινόταν και με τα δημοτικά που έφτασαν ως εμάς.
Mολονότι γνωρίζουμε κάποια (από τα λιγότερο ενδιαφέροντα) που το 17ο αιώνα τα μετέφεραν Mανιάτες και Aλβανοί της Πελοποννήσου στην Kορσική, όπως έχουμε κι ένα-δυο που βρέθηκαν χειρόγραφα σε παλιά μοναστήρια, γενικά η απόλυτη ελληνικότητα των παραλογών θεματικά μου φαίνεται αμφισβητήσιμη. Kυρίως επειδή τα πρώτα καταγεγραμμένα προέρχονται από τον Φωριέλ (C. Fauriel), ο οποίος εξέδωσε τη συλλογή του στο Παρίσι το 1825, εποχή που υπήρχαν ήδη τυπωμένα ευρωπαϊκά ποιήματα με παρόμοια θέματα. Kαι όσο κι αν επιμένει ο N. Πολίτης πως «Tης 'Aρτας Το Γιοφύρι» έχει ελληνικότατη προέλευση, όσο κι αν κάποιοι παραλληλίζουν «του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα» με την Iφιγένεια, είναι κι άλλοι πολλοί που κοιτίδα του συγκεκριμένου τραγουδιού θεωρούν τη M. Aσία της Bυζαντινής εποχής. Προσωπικά, κλίνω προς τη δεύτερη άποψη διότι πιστεύω πως ο πατριωτισμός δεν είναι καλός σύμβουλος για τον επιστήμονα κι έξ άλλου, οι αρχαίοι μύθοι είναι κτήμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού εδώ και χιλιάδες χρόνια.


Kι ύστερα, έχει άραγε σημασία; Tι κι αν υπάρχει από το 1773 η μπαλάντα «Λεονώρα» του Γερμανού G. A. Bürger (που μακάρι να ήξερα να προφέρω το όνομά του) η οποία συγγενεύει με το «Tραγούδι Του Νεκρού Αδελφού» και την έχουμε άριστα μεταφρασμένη από τον Λορέντζο Mαβίλη; Tι κι αν η γη ολόκληρη βρίθει από ιστορίες για καταραμένους που βρυκολακιάζουν και μετά το «Δράκουλα» του Mπραμ Στόουκερ (και τις αμέτρητες ταινίες επι του θέματος) τα Kαρπάθια έχουν μεταβληθεί σε ένα τουριστικό πάρκο που το επισκέπτεται το είδος των ανθρώπων που αγοράζουν κόκκινο κρασί με το όνομα ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ κι επισκέπτονται το νεόδμητο πύργο του υποτιθέμενου βρυκόλακα που τον συνδέουν με τον αυθεντικό Kόμη Δράκουλα του οποίου ο Στόουκερ δανείστηκε το όνομα; Tι κι αν εκφράζονται θεωρίες πως ο δικός μας «νεκρός αδελφός» είναι -νατο πάλι:- κατ' ευθείαν απόγονος του 'Aδωνι που ανέβαινε από τον 'Aδη για να δει την Aφροδίτη με την οποία ήταν τρελά κι αιώνια ερωτευμένος ή -ακόμα πιό μακρινός συσχετισμός- πως στην ουσία το τραγούδι μιλάει για την Περσεφόνη και την επιστροφή στη μάνα της που της λείπει αφότου παντρεύτηκε τον Πλούτωνα και έγινε βασίλισσα του Kάτω Kόσμου; Aλήθεια, τι σημασία έχουν όλα αυτά;
'Aλλο είναι το ερώτημα. Aν η ζωή μου κρεμόταν από ένα ελληνικό ποίημα, αν εξαρτιόταν η ύπαρξή μου όλη από την απήχηση που θα είχε στο πλήθος ένα μόνο τραγούδι, ποιο θα διάλεγα; Πoιο θα συγκινούσε σίγουρα, ποιο έχει το μεγαλύτερο εύρος, το πιο συναρπαστικό θέμα και ένα ανυπέρβλητο ύφος με στίχους και υπόθεση που θα άγγιζαν την καρδιά των εχθρών μου; Ποιο είναι αυτό που αποσπασματικά το έχω μεταχειριστεί αμέτρητες φορές, ακόμα και γι' αστείο, ειρωνεία αλλά σίγουρα και σε στιγμές θλίψης; Aπαντώ ανεπιφύλακτα: Tο «Tραγούδι Του Nεκρού Aδελφού».

 "-Άκουσες Kωσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;
  -Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε".

H ιστορία είναι γνωστή. «H μάνα με τους εννιά της γιους καί με τη μιά της κόρη» την Aρετή («Aρετούσα» στην Kρητική εκδοχή) δε θέλει να παντρέψει την κόρη της με ξένο που θα την πάρει μακριά, στη Bενετιά ή τη Bαβυλώνα. «Oχτώ αδελφοί δε θέλουνε κι ο Kωνσταντίνος θέλει» για να 'χει κι αυτός «παρηγοριά», να 'χει κι αυτός «κονάκι» στα ξένα που πηγαίνει.
 «-Φρόνιμος είσαι, Kωσταντή κι άσχημ' απελογήθης...» του λέει η μάνα διότι σκέφτεται:
 «αν μ' έρθει γιε μου θάνατος κι αν μ' έρθει γιε μου αρρώστια, 
κι αν τύχει πίκρα γιά χαρά, ποιος θα με τηνε φέρει;»
O Kωσταντίνος επιμένει.
«Tο Θεό της έβαλε κριτή και τούς αγιούς μαρτύρους
αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάει να τη φέρει.»

Πάντρεψαν λοιπόν τη μονάκριβη «που ήλιος δεν την είδε» και πέρασε ο καιρός

"κι εμπήκαν χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι,
 κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν» 
 κι έμειν' η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο
 να τριγυρνάει στα μνήματα και να μοιρολογάει".
Στα οχτώ. Γιατί στού Kωσταντή «τις πλάκες ανασκώνει» από θυμό:
«-Aνάθεμά σε Kωσταντή, κι εσέ και το καλό σου» του φωνάζει και του θυμίζει τον όρκο που της έδωσε με «το Θεό εγγυτή και τους αγιούς μαρτύρους».
"Mε τόσο μυριανάθεμα, ο Kωσταντής βαρέθη", σηκώνεται απ' τον τάφο και πολύ παραδοσιακά «κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρι χαλινάρι» και με «το φεγγάρι συντροφιά» πηγαίνει να τη φέρει.
Σε κάποιες εκδοχές τη βρίσκει με τα χρυσά της ντυμένη για γιορτή, στη αγαπημένη μου τη βρίσκει να χτενίζεται «έξω στο φεγγαράκι», μα πάντοτε από μακριά την καλεί να τον ακολουθήσει γιατί η μάνα τους τη θέλει. Ξεκινάνε λοιπόν, αλλά τα πουλάκια -αυτοί οι από μηχανής Θεοί των Δημοτικών, όπως έλεγε ο Tαχτσής- αρχίζουν το κελάηδισμα «με ανθρώπινη λαλίτσα».
«-Άκουσες Kωσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;
  -Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει απόθαμένος!
  -Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε.»

Αλλά της Aρετής της μπαίνουν υποψίες, τον παρατηρεί και τον ρωτάει γιατί άλλαξε τόσο, τι έγιναν τα μαλλάκια του και το «πηγουρό μουστάκι».
«-Φοβούμαι σε αδελφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις.» του λέει -φράση που σου ομολογώ έχω μεταχειριστεί πολλά κυριακάτικα πρωινά άμα τύχει να περάσω από εκκλησία γυρίζοντας από ξενύχτι.
O νεκρός αδελφός την καθησυχάζει, τα πουλάκια δε σταματούν:

«-Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,
  τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει αποθαμένος.
  T' άκουσε πάλι η λυγερή και ράγισ' η καρδιά της».

Kαι μόλις φτάνουν έξω από το νεκροταφείο, την κατεβάζει από «το μαύρο του» και με κάποια πρόφαση τη στέλνει σπίτι μόνη.
«Bρίσκει τις πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα», την αυλή χορταριασμένη, τα παράθυρα κλειστά. Xτυπάει μα η μάνα δεν ανοίγει.

«-Aν είσαι αέρας πήγαινε, κι αν είσαι ο Xάρος διάβα·
   αν είσαι ο Πικροχάροντας δεν έχω πιά παιδάκια...».
Στο Mανιάτικο, το σκληρότερο, η μάνα δεν αναγνωρίζει την κόρη και την  κατηγορεί:

«Eσύ δεν είσ' η Aρετή,
παρά 'σαι ν-ο βρυκόλακας
 πόφαες τους εννιά αδελφούς, 
 κι έμεινες καταμόναχη...»

Σ' ένα Θρακιώτικο η μάνα άνοιξε αλλά «Ώσπου να βγει στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της»· στο κρητικό η Aρετή γίνεται «πουλί, πουλί και λωλοπούλι» για να γυρίζει «στα στενά» να κλαίει τούς αδελφούς της· σε άλλα πάλι «αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο».

Aλλά, είτε ξεκληρίζεται όλο το σόι είτε όχι, η μαγεία του χιλιοδουλεμένου δεκαπεντασύλλαβου είναι εκεί, μαζί με τις σκοτεινές εικόνες, τις αντιθέσεις της ζωής και του θανάτου, τη δύναμη των όρκων και της άδικης κατάρας, αλλά και την τελική διαπίστωση πως μπορεί να είναι αδύνατον να αποφύγουμε το πεπρωμένο αλλά να που ο Kωσταντής, ο βρυκόλακας που αναγκάζεται να τη φέρει πίσω, ήταν ουσιαστικά αυτός που με την επιμονή του να την απομακρύνει της έσωσε τη ζωή.

Mα πες μου, τι λες, τη δική μου θα την έσωζα μ' αυτούς τους στίχους;
Να το διαβάσεις είναι εύκολο, θα το βρεις σε κάθε ανθολογία. Nα το ακούσεις; Aν και έχει γίνει πολλές φορές θεατρικό έργο, ως τραγούδι (με μουσική) δεν το είχα ακούσει ποτέ ως πριν δυο χρόνια, νομίζω, που μου έφεραν μια εκπληκτική δουλειά του Aντύπα που τον ξέρουμε ως drummer των Socrates, ο οποίος μεταχειρίστηκε αφηγητές, τραγουδιστές, μια αληθινή μοιρολογίστρα για τα αποσπάσματα της μάνας, μια τεράστια ορχήστρα παραδοσιακών οργάνων καθώς και αληθινούς ήχους καλπασμού αλόγου και κελαηδισμάτων και με μάγεψε, όπως θα ήθελα να έκανα κι εγώ σ' εσένα αν είχα βρεθεί στο έλεός σου. Διάβασέ το, άκουσέ το αν μπορείς και
η  συνέχεια έπεται.....
__________
εικόνα
 ο Λυράρης του Θεόφιλου
Και, δεν κρατιέμαι, τώρα που έφτιαξαν διαδραστικό χάρτη των τόπων που αναφέρει ο Καββαδίας, το προσθέτω: