"Μαύροι Κύκνοι: Η Επίδραση του απολύτως απίθανου", του Νασίμ Νίκολας Τάλεμπ



Στη Μυθολογία, στη Φυσική Ιστορία, στην Τέχνη οι κύκνοι ήταν πάντα πάλλευκοι.'Λευκό σαν κύκνος' έλεγαν. Ώσπου, πριν από διακόσια χρόνια, ένας Ευρωπαίος είδε ένα μαύρο κύκνο στην Αυστραλία και η βεβαιότητα κατέρρευσε. Όπως καταρρέουν οι βεβαιότητές μας κάθε φορά που εμφανίζεται ένας μαύρος κύκνος στον ουρανό, υποστηρίζει ο Νασίμ Νίκολας Τάλεμπ  που το καλογραμμένο βιβλιαράκι του γιά τους Μαύρους Κύκνους έκανε μεγάλη αίσθηση και παραμένει επίκαιρο από το 2007 που εκδόθηκε διότι με γνωστά παραδείγματα εξηγεί τον δυσεξήγητο άστατο κόσμο μας.
Η φράση του Αριστοτέλη γιά το πόσο πιθανόν είναι να συμβεί το απίθανο είναι γνωστή και ο Λιβανέζος Τάλεμπ ξεκινώντας από την εμπειρία τού πολέμου στον τόπο του χτίζει μιά ολόκληρη θεωρία πάνω στην ανικανότητά μας να δεχτούμε ως πιθανό να συμβεί ό,τι ως τώρα δεν ήταν αναμενόμενο.
Μαύρος κύκνος ήταν η Γαλλική Επανάσταση που καταβαράθρωσε τους Βουρβώνους, μαύρος κύκνος η Ρώσικη Επανάσταση, μαύροι κύκνοι τα κράχ κι οι επιστημονικές ανακαλύψεις που ανατρέποντας το status kuo αναποδογυρίζουν ό,τι είχαμε σίγουρο κι ακλώνητο και μάς φέρνουν αντιμέτωπους με το αναπάντεχο που δεν ξέρουμε πώς να το χειριστούμε. Από το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους ως τη διάδοση του προσωπικού υπολογιστή και την επιτυχία του Google τα παραδείγματα είναι αμέτρητα κι η θεωρία του επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την κατάρευση των παγκόσμιων Χρηματιστηρίων όσο επιβεβαιώνεται και καθημερινά από την απόλυτη άρνησή μας να παραδεχθούμε την καταστροφή του περιβάλλοντος δηλαδή του μέλλοντός μας.

Ο Τάλεμπ, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, δικαιώθηκε με την παγκόσμια οικονομική κρίση και αρθρογραφεί τακτικά σε διεθνή έντυπα μετά από την απρόσμενη επιτυχία του μικρού αυτού βιβλίου που αποδείχτηκε άλλος ένας Μαύρος Κύκνος. Ένα μη αναμενόμενο κι αναπάντεχο μικρό θαύμα, που έγινε το αγαπημένο εγχειρίδιο των  χρηματιστών της Wall Street. Διασκεδαστικό, πανέξυπνο και ενδιαφέρον, αξίζει να διαβαστεί αν και εξ ορισμού η θεωρία του είναι  ανεφάρμοστη μιά κι αν αποδεικύει κάτι είναι η άρνηση του ανθρώπινου μυαλού να φανταστεί πόσο πιθανό είναι το απίθανο και πόσο ορίζει τις αποφάσεις μας η τάση μας να βολευόμαστε στην πεποίθηση πως το παρελθόν από μόνο του χαράζει το μέλλον.
_______________________________
Παρουσίασα το βιβλίου στο Φαρφουλά (τεύχος 12,   Άνοιξη 2010)

Τσάου Συεσίν- από την 'Ιστορία της Πέτρας', 'Ονειρο Κόκκινων Δωματίων'


Cao Xueqin
1715;―1763


     


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΕ-ΓΙΝ


Ερειπωμένες αίθουσες, καλύβια ταπεινά
Εκεί που άλλοτε αυλικοί πηγαινοέρχονταν καθημερινά.
Ούτε παράσιτο δε ζει στα καταγώγια αυτά τα θλιβερά
Τα πολυσύχναστα, μια εποχή, όταν εκεί βασίλευε η χαρά.
Ενώ ιστός αράχνης απ’ του παλατιού τις χρυσωμένες πύλες κρέμεται
Από μικρού σπιτιού την πόρτα διαλεχτό μετάξι φαίνεται.
Μέσα στα πλούτη και τ’ αρώματά σου θα μπορούσες να χαμογελάς
Εάν θυμόσουν πως οι μαύρες μπούκλες άσπρες γίνονται καθώς μιλάς;
Εχθές τον κύριό της έθαψαν κάτω απ’ τη γη,
Σήμερα σε πολυτελές κρεβάτι γάμου πρόκειται να ξαπλωθεί.
Πνιγμένος στο χρυσάφι και το ασήμι μια στιγμή,
Την άλλη περιφρονημένος σα ζητιάνος που έχασε κάθε τιμή.
Δακρύζει, που τόσο νέος ένας άλλος τη ζωή του χάνει
Χωρίς να ξέρει πως κι αυτός, καθώς γυρίζει σπίτι – θα πεθάνει !
Ο χαϊδεμένος γιος ο καλοσπουδαγμένος
Που παρά τις φροντίδες και τα όνειρά σου, είναι δυνατόν να πάει χαμένος.
Κι η ντελικάτη κόρη, που η βαρβαρότητα την απωθεί
Να καταλήξει, με ανεμελιά, στην πιο ντροπιαστική δουλειά να επιδοθεί.
Ο δικαστής που βρίσκει το επίσημο καπέλο για το κεφάλι του πολύ κοινό
Στο τέλος, καταδίκου σκούφο, ίσως φορέσει αντί γι’ αυτό.
Αυτός που οίκτιρε τη μοίρα του τρέμοντας απ’ το κρύο
Ψεγάδι βρίσκει σήμερα ακόμα και στο κόκκινο βασιλικό φορείο.
Μα τέτοια είναι του θεάτρου αυτού του κόσμου η μορφή:
Καθώς ο ένας φεύγει άλλος βγαίνει στη σκηνή.
Μάταια περιπλανιόμαστε
Στο τέλος σε μια άγνωστη και ξένη χώρα να σταθούμε αναγκαζόμαστε.
Καθένας μας με το φτωχό κορίτσι εκείνο θα ‘πρεπε να συγκριθεί
Που ράβει ένα νυφικό που από άλλη πρόκειται να 
φορεθεί.


                                                      曹雪,  楼梦



  Ο Τσάου Συεσίν,  ο «Κινέζος Προύστ», καταγόταν από οικογένεια μανδαρίνων του Νανκίνγκ. Μεγάλωσε μέσα σε μεγάλα πλούτη και μόνη του απασχόληση ήταν η τέχνη. Ήταν καλός ζωγράφος, έγραφε στίχους, έβλεπε θέατρο, και διάβαζε τους κλασικούς. Όμως η οικογένειά του έχασε αξιώματα και χρήματα, όταν, για πολιτικούς λόγους, σφραγίστηκε το πατρικό σπίτι και κατασχέθηκε η περιουσία τους και ο Συεσίν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του πάρα πολύ φτωχός στο Πεκίνο.
Η «Ιστορία της Πέτρας» ή «Το Παραμύθι του Παθιασμένου Καλόγερου» ή «Καθρέφτης για τους Ρομαντικούς» ή «Όνειρο Κόκκινων Δωματίων» ή «Οι δώδεκα Νέες Κοπέλες του Τζηνλήνγκ», είναι οι τίτλοι του μυθιστορήματος που έγραφε χρόνια και κυκλοφορούσε τα κεφάλαιά του χειρόγραφα χέρι με χέρι ζητώντας σαν αντάλλαγμα από γνωστούς και συγγενείς να του παρέχουν το κρασί που, όπως έλεγε, του ήταν απαραίτητο για να γράψει, κι εκείνοι του έδιναν κρασί για να μάθουν την συνέχεια.


_________________________Η μετάφραση από τα αγγλικά είναι από το βιβλίο μου 'Ονειρο Μέσα Σε Όνειρο' από όπου κι η ανωτέρω σημείωση. Περισσότερα στο ενημερωτικότατο άρθρο του Μπάμπη Δερμιτζάκη από όπου έμαθα πως το μυθιστόρημα το έχουμε στα ελληνικά από το 1963 μεταφρασμένο από την Έλλη Λαμπρίδη. 


Η εικόνα είναι του Sun Wen (1918-1904)
από τη σειρά σκηνών του μυθιστορήματος. 

PΩMOΣ ΦIΛYPAΣ



 
H έμπνευση, η ιερή μανία, είναι τρέλα και η απώλεια του λογικού ποτέ δεν κατάφερε να γίνει ευυπόληπτη. Tρεις λογοτέχνες έχουμε στην Eλλάδα που πέθαναν στο Δρομοκαΐτειο. Tο Βιζυηνό, τον πολύ καλό διηγηματογράφο Mητσάκη και τον Pώμο Φιλύρα.
 Tα ποιήματά του, όσα σώζονται και δε χάθηκαν σε σκουπιδοτενεκέδες ή τσέπες άλλων τρελών, δε λένε και πολλά για το ταλέντο του: Mια εμμονική εξιδανίκευση της animα, της άπιαστης νεκρής ή κοσμικής δεσποσύνης που ποτέ δεν άγγιξε, διατυπωμένη με υποκοριστικά και ομοιοκαταληξίες που μας αφήνουν αδιάφορους και ψυχρούς όσο άφηναν φαίνεται και τις κυρίες που περιγράφει.
Έγραψε όμως και δύο πεζά που το καθένα τους έχει κάτι μοναδικό.
 Tο πρώτο είναι "H Παράδοξη Aυτοβιογραφία Του Ποιητού Pώμου Φιλύρα" η οποία αποτελεί το πρώτο και ίσως μοναδικό ελληνικό σουρεαλιστικό κείμενο το μη επηρεασμένο από τον σύγχρονό του σουρεαλισμό παρ' ότι παράλληλο χρονικά. Στην Αυτοβιογραφία του το όνομά του είναι Γαλαζής, κι είναι συγχρόνως δύο πρόσωπα (μαζί με τον γράφοντα μπορεί και τρία). O ένας παραληρηματικός απόγονος των βασιλικών οίκων της εποχής κι ο άλλος το παιδί που γεννήθηκε στο Kιάτο και οι γνωστοί του, υποθέτουμε, γνώριζαν ως ποιητή.
 Tο άλλο του πεζό έργο "H Zωή Μου Εις Το Δρομοκαΐτειον" το διέσωσε ο Bάρναλης που τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο και είχε το θάρρος να το δημοσιεύσει σε συνέχειες.
 Δεκαπέντε χρόνια έζησε στο ψυχιατρείο ο Φιλύρας. Mε τη θέλησή του. Ένα βράδυ που περπατούσε στο Θησείο του μπήκε η ιδέα πως ένας περαστικός ήταν άρρωστος και χρειαζόταν γιατρό. O άγνωστος αντιστάθηκε και κατέληξαν στο αστυνομικό τμήμα από όπου τους έδιωξαν ως μεθυσμένους και ο Φιλύρας αποφάσισε πως του χρειαζόταν εγκλεισμός. Kι έμεινε εκεί, αυτοεξόριστος από τον κόσμο των λογικών, μέχρι το θάνατό του. Tον τρέλανε άραγε η σύφιλη ή η συναίσθηση πως το ταλέντο του δεν ήταν μεγάλο όσο τα όνειρά του; Δεν ξέρουμε.
 Όποτε δεν ήταν σε κρίση έγραφε μανιωδώς (κυριολεκτικά και συγγνώμη για το λογοπαίγνιο) κι ο Bάρναλης έσωσε ό,τι μπόρεσε, 'παλιόχαρτα' λέει, που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι περιέργως πιο ευνόητα από την Aυτοβιογραφία που είχε δημοσιεύσει ως λογικός. Παράπονό του, μόνο, που οι γιατροί προσπαθούν ή ισχυρίζονται πως μπορούν να τον κάνουν καλά και δεν τον αφήνουν ήσυχο να χάσει τελείως τα λογικά του, να φύγει σ' ένα κόσμο μακρυά από τη λογική που τον τρομάζει πιο πολύ από τη μανία, όπως τη λέει.
Ήταν συνομήληκος του Λαπαθιώτη· υπήρξε φίλος του Πορφύρα καί του αδελφού του Σπύρου Bουτυρά· αγάπησε το Πασαλιμάνι και το Θησείο. Όπως γίνεται συχνά με τους Kαταραμένους Ποιητές το έργο κι η ιστορία της ζωής του είναι αλληλένδετα και δε δίνουν απαντήσεις αλλά θέτουν ερωτήματα. Tα καλύτερά του ίσως να χάθηκαν ή να μη γράφτηκαν ποτέ.

"...Ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτού του μακρυνού πέρα χειμώνος, όταν,
  γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
  κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν..."

λέει ο Kαρυωτάκης στην "Ωχρά Σπειροχαίτη" το ποίημα που έγραψε για τη σύφιλη, το Pώμο Φιλύρα κι όλους εκείνους (ή εμάς) που κάποτε το λογικό και τα αισθήματά μας μοιάζουν δυσπρόσιτες πολυτέλειες... όταν  "...η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία".
_________________________________
Για το περιοδικό Ο Φαρφουλάς, Τεύχος 8.

Nεποτισμός

 (ή παλιά: Nεπωτισμός)



Nεποτισμός: H τάση να καταλαμβάνονται ανώτερες θέσεις καί αξιώματα από συγγενείς υψηλών προσώπων.
H λέξη μας ήρθε από την Iταλία καί βγαίνει από το nepote (ανιψιός), εκ του λατινικού nepos-nepot.




Tο λεξιλόγιό μας ορίζει τα σύνορα της σκέψης μας. Όσο δυνατά κι αν αισθανόμαστε κάτι, η πραγματική ουσία του θα μας διαφεύγει μέχρι να το ονομάσουμε. Μαθαίνοντας τη λέξη κατανοούμε την έννοια και, πιθανώς, εκτός από εξυπνότεροι γινόμαστε ηθικότεροι και πιο έντιμοι.


Aυτά σκεπτόμουν τον τελευταίο καιρό παρατηρώντας πως πολλοί στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως πολιτικών επιλογών και πεποιθήσεων, αισθανθήκαμε μια αμηχανία μπροστά στη διαμάχη ενός Κωνσταντίνου Καραμανλή και ενός Γεωργίου Παπανδρέου. ΄Oμως, αν ήταν γνωστότερη η λέξη νεποτισμός, ίσως, τα πράγματα να ήταν αλλιώτικα ή έστω να τα βλέπαμε από άλλο πρίσμα. 

Γι αυτό, στην ενότητα των Λεξιλάγνων σας προσφέρω αυτή τη λέξη πού αγαπώ πολύ και που πιστεύω πως όποιος τη θυμάται έχει την ελπίδα να ξέρει πως η υποχρέωση προς το παιδί μας να το βοηθήσουμε σταματά εκεί που αρχίζει η ευνοιοκρατία.


_________________
Αυτό το κείμενο αναρτήθηκε (παλιότερα) στη σειρά των “Λεξιλάγνων” στην οποία ο  Χάρης Τζαννής (που διηύθυνε την 'Άσπρη Λέξη') ζητούσε από συγγραφείς ή καλλιτέχνες να γράψουν για όποια λέξη αγαπούν ή μισούν ή γενικά τους παθιάζει.

εικόνα 
ο Καίσαρ Βοργίας κι η αδελφή του
 Λουκρητία Βοργία που είχε πάπες πατέρα και αδελφό
____________

ΑΝΤΡΙΟΥ ΜΑΡΒΕΛ: Στη Ντροπαλή του Ερωμένη (Μετάφραση)



                                                           Andrew Marvell
                                                          1621-1678



Τούτη η ντροπαλοσύνη, αν χώρο είχαμε αρκετό,
Κυρία, και χρόνο, έγκλημα δεν θα ήταν σοβαρό.
Πώς θα περάσει, θα καθόμασταν για να σκεφτούμε,
Η μέρα του μακρύ μας έρωτα και προς τα πού θα πορευτούμε.
Στην όχθη του Ινδικού του Γάγγη μύρια
Θα μάζευες ρουμπίνια… Κι εγώ στου Χάμπερ(2) την παλίρροια
Θα καθόμουν τα βάσανά μου να συλλογιστώ.
Θα σ’ αγαπούσα δέκα χρόνια πριν απ’ τον κατακλυσμό
Και, αν σ’ αρέσει, θα μπορούσες να αρνείσαι εσύ
Μέχρι την αποκάλυψη των εντολών του Μωυσή.
Του έρωτά μου θα μεγάλωνε το φυτό
Πιο αχανές κι από αυτοκρατορίες και πιο αργό΄
Εκατό χρόνια θα’ φευγαν για να υμνήσω
Τα μάτια σου και το μέτωπό σου ν’ ατενίσω΄
Διακόσια κάθε στήθος να λατρέψω
Αλλά χιλιάδες θα’ θελα για όλα τ’ άλλα να ξοδέψω΄
Τουλάχιστον έναν αιώνα για το κάθε μέλος
Και η καρδιά σου θα μαλάκωνε στο τέλος΄
Γιατί, Κυρία, εσύ είσαι άξια τέτοιας τελετής κι επισημότητας
Κι εγώ δε θα γινόταν  σ’ έρωτα να πέσω χαμηλότερης ποιότητας.

               Όμως πίσω απ’ την πλάτη μου ακούω πάντα βιαστικό
Να’ ρχεται του χρόνου το άρμα φτερωτό΄
Και μπροστά μας να απλώνεται, μπορείς να δεις
Μία έρημος, η αιωνιότης αχανής.
Η ομορφιά σου πολύ δεν θα κρατήσει
Ούτε στο μαρμάρινό σου θόλο θ’ αντηχήσει
Το τραγούδι μου΄και τότε το σκουλήκι αυτή
Την, χρόνια φυλαγμένη, παρθενία θα γευτεί΄
Σκόνη η μυστηριώδης σου τιμή θα γίνει
Και στάχτη μόνο από τον πόθο μου θα μείνει.
Ο τάφος καλός και ήσυχος είναι για ν’αναπαυθείς
Μα είν’ αδύνατον εκεί ν’ αγκαλιαστείς.

            Γι’αυτό λοιπόν, όσο νεανική χροιά
Έχει το δέρμα σου, σαν πρωϊνή δροσιά,
Κι όσο η ψυχή σου πρόθυμη εκπνέει
Από τον κάθε πόρο σου φωτιά που καίει,
Έλα όσο ακόμα έχουμε καιρό, μπορούμε,
Τώρα, σαν ερωτευμένα αρπακτικά πτηνά, να χαρούμε΄
Μια κι έξω τον χρόνο μας ας καταβροχθίσουμε
Παρά απ’ τη δύναμή του σιγά-σιγά να εξασθενήσουμε.
Έλα ας κυλήσουμε μαζί σαν μία μπάλα
Τις ηδονές, την αντοχή μας κι όλα τ΄άλλα΄
Με άγρια μάχη και επιμονή ας αποσπάσουμε
Μέσ’ απ’ τις σιδερένιες πύλες τη ζωή, για ν’ απολαύσουμε.
Έτσι, ανίκανοι κι αν είμαστε να κάνουμε τον ήλιο να σταθεί
Ακίνητος, να τον βιάσουμε για μας να τρέξει, όμως, είμαστε ικανοί.
___________
Μετάφραση από το βιβλίο μου 'Ονειρο Μέσα Σε 'Ονειρο'.

Ο Μόμπυ Ντικ κι η Μικρή Γοργόνα




Από το νερό ερχόμαστε και δίχως νερό δε ζούμε. Κοντά σε νερά αναπτύσσουμε τους πολιτισμούς μας και πάνω τους ανοίγουμε δρόμους αλλά στα βάθη τους αντικρίζουμε το άγνωστο, μιά άβυσσο σκοτεινή κι ανεξερεύνητη σαν την ψυχή μας. Κι εκεί, στο βυθό που εμείς δε φτάνουμε, βασιλεύει το Ψάρι. Το Ψάρι που, σαν τα πετεινά του ουρανού, κινείται προς κάθε κατεύθυνση, κι όχι μόνο σε δοθείσα επιφάνεια όπως εμείς. Το Ψάρι των βυθών και της σιωπής. Το μέγα μυστήριο.

Το αρχαιότερο Ψάρι στη δυτική συνείδηση είναι ο Μόμπυ Ντικ της Βίβλου, κήτος που κατάπιε τον Ιωνά, του οποίου το βιβλίο, παράξενο και μικρό, χάνεται στον όγκο της Ιεράς Γραφής  όπως ο Προφήτης μέσα στον κήτος.
Η ιστορία είναι γνωστή. Τον 8ο αιώνα, (π.Χ. βέβαια) ο Θεός πρόσταξε τον Ιωνά, γιό του Αμαθί, να πάει στη Νινευί να νουθετήσει τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν μα εκείνος δεν υπάκουσε. Μπήκε σε ένα πλοίο και έπλευσε προς αντίθετη κατεύθυνση. Η οργή Θεού έφερε τρικυμία, οι επιβάτες περίμεναν να χαθούν ώσπου ο καπετάνιος πρότεινε «να ρίξουνε τον κλήρο», όπως στο παιδικό τραγουδάκι που λέμε ακόμα, για να βρουν «τίνος νεκεν κακία ατη». Κι « έπεσεν ο κλήρος» στον Ιωνά ο οποίος ομολόγησε την αμαρτία του οπότε τον πέταξαν στη θάλασσα κι εμφανίστηκε το κήτος που τον κατάπιε.
Τρεις μέρες, κατά τας Γραφάς, παρακαλούσε ο Ιωνάς το Θεό να τον συγχωρήσει και την τρίτη το κήτος ξέρασε τον Προφήτη κοντά στη στεριά.
Η μικρή αυτή ιστορία θεωρείται μιά πρώτη εκδοχή του θέματος της Ανάστασης και δεν έχει σχέση με την άλλη εκπληκτική του Χέρμαν Μέλβιλ που παρουσιάζει την τιτάνια μανία της μάχης του Καπετάνιου με το άλλο διάσημο κήτος, το Μόμπυ Ντικ, τη φάλαινα, που τον κυνηγά στους ωκεανούς και συμβολίζει τη μάχη του Ανθρώπου με τη Φύση, ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα θέματα του πολιτισμού μας.

Οι Αιγύπτιοι λάτρευαν κάποιο θεό Rem που είχε μορφή ψαριού και με τα δάκρυά του γονιμοποιούσε τη γη. Κατά τον Βηρωσσό, [Βαβυλώνιο συγγραφέα του Γ΄αιώνα π.Χ. τον οποίο γνωρίζουμε από τον Ευσέβιο της Καισαρείας και από κάποιο απόσπασμα που σώθηκε μόνο σε μετάφραση αρμενική, που έχουμε από τον Γεώργιο Σύγκελλο] στην Ερυθρά Θάλασσα κατοικούσε κάποιο μυθικό ιχθυόμορφο ον με δυό κεφάλια, ουρά ψαριού και πόδια ανθρώπινα. Ονομαζόταν Ωάννης και με ανθρώπινη φωνή παρέδιδε στους ανθρώπους τα γράμματα και τις τέχνες, δίδασκε γεωμετρία, νόμους, καθώς και των «καρπών συναγωγάς» και παρέδωσε στους ανθρώπους «πάντα τα προς ημέρωσιν ανήκοντα βίου” .


Στη Βίβλο το Ψάρι-Θηρίο ακολουθείται από τα ψαράκια της αφθονίας του Χριστιανισμού ο οποίος κατά τους αστρολόγους εξέφρασε την Εποχή των Ιχθύων με τον Ιησού με τα αρχικά ΙΧΘΥΣ (Ιησούς Χρηστός Θεού Υιός), τους ψαράδες που διάλεξε, παρότι μαραγκός ο ίδιος, για μαθητές-οπαδούς, και τα δύο θαύματα  πολλαπλασιασμού με τα οποία  κατά Ματθαίο [14/15 ,15/32] και Μάρκο [6/35, 8/1] χόρτασε “όχλο”,  “τετρκισχιλίων” ανδρών τη μια με δύο και την άλλη “πεντακισχιλίων” ανδρών με “ολίγα”,  “ιχθύδια””.
Από εκεί εδραιώνεται και το Ψάρι ως σύμβολο της αφθονίας όπως το έχουμε στο Ταρώ. Όμως υπήρχε από πολύ παλιότερα στην άλλη γνωστή ιστορία, του Πολυκράτη, που γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο αλλά και τη μπαλάντα του Σίλλερ. Ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου, ήταν ένας πολύ τυχερός κι ευτυχισμένος άνθρωπος, πράγμα που ανησύχησε το φίλο και σύμμαχό του Φαραώ Άμασι ο οποίος υποστήριζε πως άνθρωπο με τόση τύχη είναι μοιραίο να τον βρει συμφορά. Ο Πολυκράτης αντέδρασε πετώντας στη θάλασσα το αγαπημένο του δαχτυλίδι, προσπαθώντας να ανατρέψει τη μοίρα σαν τραγικός ήρωας. Φρούδα όμως απέβη η ελπίδα διότι το δαχτυλίδι εμφανίστηκε μέσα σε ένα ψάρι που του σέρβιραν κι η συμμαχία με το φίλο του όντως χάλασε.

Τα ψαράκια συμβολίζουν τον πλούτο, τη τύχη, το αναπάντεχο καλό και γι αυτό, κατ’ αντιστροφή, στο λαϊκό Ονειροκρίτη προμηνύουν λαχτάρα.
Όπως λαχτάρες, κι ακόμα χειρότερα, έφερναν και τα ιχθυόμορφα πλάσματα της Μυθολογίας κι ας έχουν φτάσει σ΄εμάς φαινομενικά παροπλισμένα και φορτωμένα με ρομαντικότερους συμβολισμούς στο παραμύθι της Μικρής Γοργόνας που κατέγραψε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και παραλλαγή του έχουμε κι από τον Όσκαρ Γουάιλντ.
Σήμερα τη θαυμάζουμε σε ταινίες και άγαλμα στην Κοπεγχάγη, αλλά η Μικρή Γοργόνα κατάγεται από τέρατα τρομερά κι αρχαία διότι έχει ρίζες στη Μυθολογία και τη Θεολογία και αν διατηρεί τη γοητευτική της θηλυκότητα είναι επειδή κατάγεται από τις τρομακτικές Σειρήνες, σύμβολο του αρχέγονου ανδρικού φόβου για τη γυναίκα.
Στην αρχή ήταν θαλασσοπούλια. Οι τρεις  κόρες του ποταμού Αχελώου και της νύμφης Καλλιόπης. Συγκέντρωσαν πάνω τους τις φοβίες και τις προκαταλήψεις του ανδρικού κόσμου των ναυτικών για τη γυναίκα που ξελογιάζει μα δεν ικανοποιεί κι έγιναν σύμβολα του Πειρασμού. Η ουρά ψαριού ήταν φυσική εξέλιξη, απεικόνιση της διπλής φύσης του πόθου του άνδρα για την ξελογιάστρα που με το πρόσωπο, τη φωνή και το στήθος τον παρασύρει σε όνειρα μα αρνείται ή αδυνατεί να του παραδοθεί ολόκληρη.
Απόγονός τους η δική μας η «Παναγιά η Γοργόνα» στα ακρόπλωρα των καϊκιών όπως κι η «Αδελφή του Μεγα-Αλέξανδρου» που μονότονα σαν τον ήχο των κυμάτων επαναλαμβάνει στους αιώνες μιά ερώτηση που δε θέλει να τής την απαντήσουν: ―‘Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;’ ρωτάει το θηλυκό τέρας κι αν ο θαλασσινός είναι καλό παιδί και πει την αλήθεια του βουλιάζει το καράβι του. 
Συνέβαλαν ίσως κι οι περιγραφές της φώκιας, που είναι θηλαστικό κι όταν θηλάζει ξαπλωμένη σε ερημικές βραχονησίδες, από μακριά δίνει την εντύπωση πως κρατά το μωρό στον κόρφο της σα γυναίκα, φτιάχνοντας μιά grotesque παραλλαγή της εικόνας της Παναγίας με το μικρό Χριστό.

Με την επικράτηση  των τριών μονοθεϊκών, ιουδογενών θρησκειών επικράτησε κι ο ανθρωπομορφισμός προφητών, άγγελων και αγίων. Οι Τρίτωνες, οι Σειρήνες κι όλα τα Ποσειδώνια τέρατα εκδιώχθηκαν από θρησκευτικούς Παραδείσους κι εξέπεσαν στις λαϊκές φοβίες και φήμες. Κι η Σειρήνα, αφού πρώτα έχασε τα φτερά της, άρχισε να χάνει πού και πού και τα λέπια της.
Έγινε μιά Μεσαιωνική αρχόντισσα (του 13ου αιώνα) με διάδημα, σπαθί κι ασπίδα, η «syrenka» στο οικόσημο της Βαρσοβίας, προστάτις των νερών,  και  απεικονίστηκε σε γερμανικό εραλδικό ανάγλυφο με δυό ψαρίσιες ουρές που τις κρατά στα δυό της χέρια.
Η ιστορία αυτής της τής ενσάρκωσης αρχίζει το 963 μ.Χ. όταν ο Κόμης Ζίγκφριντ των Αρδεννών αγόρασε το Λουξεμβούργο και παντρεύτηκε την όμορφη Μελουζίνα, η οποία το πρωί μετά το γάμο τους έκανε να παρουσιαστεί ένα κάστρο ως διά μαγείας. Έβαλε όμως έναν όρο στο γαμπρό. Απαίτησε να την αφήνει ολομόναχη μιά μέρα κάθε βδομάδα. Ο Κόμης δεν κατάφερε να αντισταθεί στον πειρασμό. Την κρυφοκοίταξε μέσα στο μπάνιο της κι έβγαλε μιά κραυγή όταν ανακάλυψε πως ήταν γοργόνα. Η Μελουζίνα τον είδε και βούλιαξε μαζί με τη μπανιέρα της μέσα στο βράχο. Από τότε εμφανίζεται κάθε επτά χρόνια, άλλοτε σαν πολύ όμορφη γυναίκα κι άλλοτε σαν ερπετό, μα πάντα  με ένα κλειδί στο στόμα της.  Όποιος της πάρει το κλειδί θα την κάνει δική του.
Ο μύθος της Μελουζίνας έχει εμπνεύσει πολλά έργα κι έχει πάμπολλες εκδοχές. Τη Γαλλική του 1382· μιά Ισπανική στην οποία η ίδια αφηγείται την ιστορία της και τις πολλές ζωές της· μιά Γερμανική του 1456 που λίγο αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά ως μύθος του Άβαλον, στην οποία (πάλι, σαν τις σειρήνες) είναι μιά από τρεις αδελφές των οποίων τη φύση η μάνα κρύβει από τον πατέρα με τραγικές συνέπειες· το παραμύθι του Γουώλτερ Σκοτ· μιά Ουβερτούρα του Μέντελσον· το Arcanum 17 του Αντρέ Μπρετόν αλλά και αναφορές στον Προύστ (που όχι μόνο την σύγκρινε με τη Ζιλμπέρτ του μα αναφέρει και τη Δούκισσα ντε Γκερμάντ ως απόγονό της, αφού καταγόταν από τους Λουζινιάν)· και αμέτρητα σύγχρονα έργα.
Διότι η Γοργόνα-Μελουζίνα είναι ακόμα ανάμεσά μας. Πριν τρία χρόνια το Λουξεμβούργο την έκανε γραμματόσημο  και, κατά μιά εικασία, τη σύγχρονη ζωή εξακολουθεί να την παρακολουθεί από ψηλά όχι πια ως αρχοντικό οικόσημο μα ως το logo του Starbucks.
Και βέβαια, ως εξευγενισμένη Μικρή Γοργόνα των παραμυθιών, αγνή κοπέλα με όμορφο πρόσωπο, που κρύβει από τον αγαπημένο της πως κάτω από τη μέση της έχει ένα ακατανόητο θηρίο. Ένα Μόμπυ Ντικ, γέννημα της αβύσσου των βυθών που θα ακρωτηριάσει και θα κυνηγήσει μέχρι θανάτου τον Καπετάνιο, το ναυτικό, τον Άνδρα που οι φοβίες του την έπλασαν και την κρατούν ζωντανή μέχρι σήμερα.

――――――――――――――――――――
από το περιοδικό Ο Φαρφουλάς, 13/Φθινόπωρο 2010



Tο Δικαίωμα Στην Tεμπελιά


του Πωλ Λαφάργκ
 (1842-1911)



Mιά παράξενη τρέλα κατέχει την εργατική τάξη.... είναι η αγάπη για τη δουλειά, ένα θανατηφόρο πάθος....’ λέει ο Λαφάργκ, γραμματέας και γαμπρός του Mαρξ, σ’ αυτό το εξαιρετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε σε εβδομαδιαίο περιοδικό το 1880. Ένα κείμενο πυκνό, διασκεδαστικό μα και δριμύ που είναι γραμμένο με φαντασία και σχολαστικές σημειώσεις για κάθε αναφορά στα έργα στα οποία στηρίζεται για να ‘κηρύξει τα Δικαιώματα της Tεμπελιάς’ που είναι ‘ευγενικά και ιερά’.
 H αστική τάξη με τη βοήθεια του κλήρου γαλούχισε το λαό με το ‘δόγμα της δουλειάς’, το ‘Όποιος δε δουλεύει δεν τρώει’ (που αποτέλεσε σύνθημα του επαναστατημένου προλεταριάτου την εποχή που γράφτηκε το άρθρο) και οι εργάτες είναι ‘αποκτηνωμένοι από τη διαστροφή τους’, την επιμονή να υπερπαράγουν όσο κι από την κακή διατροφή που συνεπάγεται η απομάκρυνση από το χωριό και η εγκατάσταση σε βιομηχανικές περιοχές.
M’ αυτό το πολύ μελετημένο κείμενο θέλησε, όπως λέει, να αποδείξει πως αν οι εργάτες ‘έπαυαν να κονταροχτυπιούνται για να αρπάξουν τη δουλειά από τα χέρια του άλλου’, άνεργοι δε θα υπήρχαν αλλά, δουλεύοντας λιγότερες ώρες, οι εργάτες θα είχαν και σθένος και χρόνο ‘να καλλιεργούν τις αρετές της τεμπελιάς’.
Kαρπός της τεμπελιάς είναι κάθε μεγάλος πολιτισμός. H καλλιέργεια της τεμπελιάς είναι που παρήγαγε τον Παρθενώνα αφού ‘μόνο οι σκλάβοι επιτρεπόταν να δουλεύουν’. ‘Oι φιλόσοφοι της Aρχαιότητας’, όπως ο Πλάτων λ.χ., δίδασκαν την περιφρόνηση για τη δουλειά, αυτό τον ατιμωτικό υποβιβασμό του ανθρώπου’ και οι ποιητές την υμνούσαν ως ‘δώρο των Θεών’, όπως ο Bιργίλιος στα Bουκολικά: ‘Ω Mελιβοία, κάποιος Θεός μας πρόσφερε ετούτη την αργία’.
Aπό την άλλη πλευρά, ενώ η Xριστιανική Eκκλησία κήρυττε το ‘δόγμα της δουλειάς’, ο ίδιος ο Xριστός στην επί του όρους ομιλία κήρυξε την τεμπελιά όταν έδειξε στους μαθητές ‘τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει’ δίχως να κοπιάζουν. Όσο για το Θεό της Γέννεσης μάς έδωσε ‘το υπέρτατο παράδειγμα της ιδεώδους τεμπελιάς’ αφού μετά από έξι μέρες εργασίας ξεκουράζεται εις τους αιώνας των αιώνων’.
_________
Δημοσιεύτηκε στις Βιβλιοκριτικές του περιοδικού ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ.