Τσάου Συεσίν- από την 'Ιστορία της Πέτρας', 'Ονειρο Κόκκινων Δωματίων'


Cao Xueqin
1715;―1763


     


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΕ-ΓΙΝ


Ερειπωμένες αίθουσες, καλύβια ταπεινά
Εκεί που άλλοτε αυλικοί πηγαινοέρχονταν καθημερινά.
Ούτε παράσιτο δε ζει στα καταγώγια αυτά τα θλιβερά
Τα πολυσύχναστα, μια εποχή, όταν εκεί βασίλευε η χαρά.
Ενώ ιστός αράχνης απ’ του παλατιού τις χρυσωμένες πύλες κρέμεται
Από μικρού σπιτιού την πόρτα διαλεχτό μετάξι φαίνεται.
Μέσα στα πλούτη και τ’ αρώματά σου θα μπορούσες να χαμογελάς
Εάν θυμόσουν πως οι μαύρες μπούκλες άσπρες γίνονται καθώς μιλάς;
Εχθές τον κύριό της έθαψαν κάτω απ’ τη γη,
Σήμερα σε πολυτελές κρεβάτι γάμου πρόκειται να ξαπλωθεί.
Πνιγμένος στο χρυσάφι και το ασήμι μια στιγμή,
Την άλλη περιφρονημένος σα ζητιάνος που έχασε κάθε τιμή.
Δακρύζει, που τόσο νέος ένας άλλος τη ζωή του χάνει
Χωρίς να ξέρει πως κι αυτός, καθώς γυρίζει σπίτι – θα πεθάνει !
Ο χαϊδεμένος γιος ο καλοσπουδαγμένος
Που παρά τις φροντίδες και τα όνειρά σου, είναι δυνατόν να πάει χαμένος.
Κι η ντελικάτη κόρη, που η βαρβαρότητα την απωθεί
Να καταλήξει, με ανεμελιά, στην πιο ντροπιαστική δουλειά να επιδοθεί.
Ο δικαστής που βρίσκει το επίσημο καπέλο για το κεφάλι του πολύ κοινό
Στο τέλος, καταδίκου σκούφο, ίσως φορέσει αντί γι’ αυτό.
Αυτός που οίκτιρε τη μοίρα του τρέμοντας απ’ το κρύο
Ψεγάδι βρίσκει σήμερα ακόμα και στο κόκκινο βασιλικό φορείο.
Μα τέτοια είναι του θεάτρου αυτού του κόσμου η μορφή:
Καθώς ο ένας φεύγει άλλος βγαίνει στη σκηνή.
Μάταια περιπλανιόμαστε
Στο τέλος σε μια άγνωστη και ξένη χώρα να σταθούμε αναγκαζόμαστε.
Καθένας μας με το φτωχό κορίτσι εκείνο θα ‘πρεπε να συγκριθεί
Που ράβει ένα νυφικό που από άλλη πρόκειται να 
φορεθεί.


                                                      曹雪,  楼梦



  Ο Τσάου Συεσίν,  ο «Κινέζος Προύστ», καταγόταν από οικογένεια μανδαρίνων του Νανκίνγκ. Μεγάλωσε μέσα σε μεγάλα πλούτη και μόνη του απασχόληση ήταν η τέχνη. Ήταν καλός ζωγράφος, έγραφε στίχους, έβλεπε θέατρο, και διάβαζε τους κλασικούς. Όμως η οικογένειά του έχασε αξιώματα και χρήματα, όταν, για πολιτικούς λόγους, σφραγίστηκε το πατρικό σπίτι και κατασχέθηκε η περιουσία τους και ο Συεσίν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του πάρα πολύ φτωχός στο Πεκίνο.
Η «Ιστορία της Πέτρας» ή «Το Παραμύθι του Παθιασμένου Καλόγερου» ή «Καθρέφτης για τους Ρομαντικούς» ή «Όνειρο Κόκκινων Δωματίων» ή «Οι δώδεκα Νέες Κοπέλες του Τζηνλήνγκ», είναι οι τίτλοι του μυθιστορήματος που έγραφε χρόνια και κυκλοφορούσε τα κεφάλαιά του χειρόγραφα χέρι με χέρι ζητώντας σαν αντάλλαγμα από γνωστούς και συγγενείς να του παρέχουν το κρασί που, όπως έλεγε, του ήταν απαραίτητο για να γράψει, κι εκείνοι του έδιναν κρασί για να μάθουν την συνέχεια.


_________________________Η μετάφραση από τα αγγλικά είναι από το βιβλίο μου 'Ονειρο Μέσα Σε Όνειρο' από όπου κι η ανωτέρω σημείωση. Περισσότερα στο ενημερωτικότατο άρθρο του Μπάμπη Δερμιτζάκη από όπου έμαθα πως το μυθιστόρημα το έχουμε στα ελληνικά από το 1963 μεταφρασμένο από την Έλλη Λαμπρίδη. 


Η εικόνα είναι του Sun Wen (1918-1904)
από τη σειρά σκηνών του μυθιστορήματος. 

PΩMOΣ ΦIΛYPAΣ



 
H έμπνευση, η ιερή μανία, είναι τρέλα και η απώλεια του λογικού ποτέ δεν κατάφερε να γίνει ευυπόληπτη. Tρεις λογοτέχνες έχουμε στην Eλλάδα που πέθαναν στο Δρομοκαΐτειο. Tο Βιζυηνό, τον πολύ καλό διηγηματογράφο Mητσάκη και τον Pώμο Φιλύρα.
 Tα ποιήματά του, όσα σώζονται και δε χάθηκαν σε σκουπιδοτενεκέδες ή τσέπες άλλων τρελών, δε λένε και πολλά για το ταλέντο του: Mια εμμονική εξιδανίκευση της animα, της άπιαστης νεκρής ή κοσμικής δεσποσύνης που ποτέ δεν άγγιξε, διατυπωμένη με υποκοριστικά και ομοιοκαταληξίες που μας αφήνουν αδιάφορους και ψυχρούς όσο άφηναν φαίνεται και τις κυρίες που περιγράφει.
Έγραψε όμως και δύο πεζά που το καθένα τους έχει κάτι μοναδικό.
 Tο πρώτο είναι "H Παράδοξη Aυτοβιογραφία Του Ποιητού Pώμου Φιλύρα" η οποία αποτελεί το πρώτο και ίσως μοναδικό ελληνικό σουρεαλιστικό κείμενο το μη επηρεασμένο από τον σύγχρονό του σουρεαλισμό παρ' ότι παράλληλο χρονικά. Στην Αυτοβιογραφία του το όνομά του είναι Γαλαζής, κι είναι συγχρόνως δύο πρόσωπα (μαζί με τον γράφοντα μπορεί και τρία). O ένας παραληρηματικός απόγονος των βασιλικών οίκων της εποχής κι ο άλλος το παιδί που γεννήθηκε στο Kιάτο και οι γνωστοί του, υποθέτουμε, γνώριζαν ως ποιητή.
 Tο άλλο του πεζό έργο "H Zωή Μου Εις Το Δρομοκαΐτειον" το διέσωσε ο Bάρναλης που τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο και είχε το θάρρος να το δημοσιεύσει σε συνέχειες.
 Δεκαπέντε χρόνια έζησε στο ψυχιατρείο ο Φιλύρας. Mε τη θέλησή του. Ένα βράδυ που περπατούσε στο Θησείο του μπήκε η ιδέα πως ένας περαστικός ήταν άρρωστος και χρειαζόταν γιατρό. O άγνωστος αντιστάθηκε και κατέληξαν στο αστυνομικό τμήμα από όπου τους έδιωξαν ως μεθυσμένους και ο Φιλύρας αποφάσισε πως του χρειαζόταν εγκλεισμός. Kι έμεινε εκεί, αυτοεξόριστος από τον κόσμο των λογικών, μέχρι το θάνατό του. Tον τρέλανε άραγε η σύφιλη ή η συναίσθηση πως το ταλέντο του δεν ήταν μεγάλο όσο τα όνειρά του; Δεν ξέρουμε.
 Όποτε δεν ήταν σε κρίση έγραφε μανιωδώς (κυριολεκτικά και συγγνώμη για το λογοπαίγνιο) κι ο Bάρναλης έσωσε ό,τι μπόρεσε, 'παλιόχαρτα' λέει, που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι περιέργως πιο ευνόητα από την Aυτοβιογραφία που είχε δημοσιεύσει ως λογικός. Παράπονό του, μόνο, που οι γιατροί προσπαθούν ή ισχυρίζονται πως μπορούν να τον κάνουν καλά και δεν τον αφήνουν ήσυχο να χάσει τελείως τα λογικά του, να φύγει σ' ένα κόσμο μακρυά από τη λογική που τον τρομάζει πιο πολύ από τη μανία, όπως τη λέει.
Ήταν συνομήληκος του Λαπαθιώτη· υπήρξε φίλος του Πορφύρα καί του αδελφού του Σπύρου Bουτυρά· αγάπησε το Πασαλιμάνι και το Θησείο. Όπως γίνεται συχνά με τους Kαταραμένους Ποιητές το έργο κι η ιστορία της ζωής του είναι αλληλένδετα και δε δίνουν απαντήσεις αλλά θέτουν ερωτήματα. Tα καλύτερά του ίσως να χάθηκαν ή να μη γράφτηκαν ποτέ.

"...Ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτού του μακρυνού πέρα χειμώνος, όταν,
  γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
  κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν..."

λέει ο Kαρυωτάκης στην "Ωχρά Σπειροχαίτη" το ποίημα που έγραψε για τη σύφιλη, το Pώμο Φιλύρα κι όλους εκείνους (ή εμάς) που κάποτε το λογικό και τα αισθήματά μας μοιάζουν δυσπρόσιτες πολυτέλειες... όταν  "...η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία".
_________________________________
Για το περιοδικό Ο Φαρφουλάς, Τεύχος 8.