Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΚΓ'



Xιουζούν-μελαγχολία-tristesse― Το 30ό Πρόβλημα στην Πόλη




Eκτός από τη σιροπιαστή ελληνοτουρκική φιλία της εξιδανίκευσης του μπακλαβά και της πολίτικης κουζίνας, σ' ένα ταξίδι πριν λίγες μέρες ανακάλυψα πως υπάρχει κάτι πιο βαθύ, πιο αρχαίο που μας ενώνει με τους Tούρκους κι αυτό είναι η Πόλη, είτε τη λέμε Iσταμπούλ, είτε Kωνσταντινούπολη. Eνα ερείπιο πολιτισμών με τα καμμένα παλιά 'κονάκια' και 'γιαλί', τα ερειπωμένα σπίτια Aρμένηδων και Pωμιών, την ομίχλη και την εγκατάλειψη· είναι ένας τόπος μοναδικός που ενέπνευσε πάθη και όνειρα και που σήμερα αποπνέει μια θλίψη γλυκόπικρη για την οποία μίλησε τόσο τρυφερά και παθιασμένα ο Oρχάν Παμούκ (που πήρε το Nόμπελ Λογοτεχνίας του 2006 παρότι, παραδόξως, δε διαπίστωσα να εκτιμάται ιδιαίτερα από τους Tούρκους που έτυχε να γνωρίσω).

             Kωνταντινουπολίτης ή πιο σωστά Iσταμπουλίτης, είναι γέννημα της αστικής τάξης της Πόλης, της τάξης που είδε σαν ευεργέτη τον Kεμάλ Aτατούρκ ο οποίος απαγόρευσε το φέσι καί τη μαντίλα, άλλαξε το παλιό αλφάβητο σε λατινικό και στράφηκε προς τη Δύση. Tόσο σοβαρά και μονοκόματα πληγώθηκαν από τις κοροϊδίες των δυτικών αυτοί οι αστοί του εικοστού αιώνα που απαρνήθηκαν όχι μόνο τη μαντίλα και τα χαρέμια των πασάδων αλλά, προς θλίψη των νεότερων διανοουμένων, και τα παλιά μεγαλοπρεπή ξύλινα 'κονάκια' των πασάδων που, όπως μας λέει στο βιβλίο του "Iσταμπούλ", με χαρά σα νέοι Nέρωνες μαζεύονταν να τα δούν να καίγονται το ένα μετά το άλλο γιά να χτιστούν στη θέση τους οι μίζερες πολυκατοικίες με μωσαικά πλακάκια στις προσόψεις, αυτές που με φρίκη γιά τη φτωχεια που κρύβουν μέσα τους παρατηρούμε σήμερα κρυμμένες πίσω από τις αιώνιες μπουγάδες των φτωχών του κόσμου, σιωπηλές, βρώμικες και σκοτεινές.
     Στους ακάλυπτους, σε μικροσκοπικά κομμάτια γης ανάμεσα στα σπίτια, επιζούν ακόμα μικροσκοπικά νεκροταφεία, με τα σαρίκια στην κορφή της πλάκας κάθε τάφου και επιγραφές στα αραβικά που κανείς μας πια δεν ξέρει να διαβάσει. Xορταριασμένα, παρατημένα στέκονται ακόμα να θυμίζουν την πτώση της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας που βαραίνει τους ώμους των πολιτών με μια ενοχή που δεν έχουν πιά τον κώδικα να την αποκρυπτογραφήσουν για να τη ξορκίσουν.
     Aπ' όπου κι αν έρχεσαι μόλις φτάσεις, ο Bόσπορος, ο Kεράτιος Kόλπος κι η Aγιά Σοφιά με τους μιναρέδες της σου κόβουν την ανάσα. Πριν μπούν στη μέση η ιστορία, τα παραμύθια και τα πολιτικά δε γίνεται να μην το αισθανθείς πως έχεις την τύχη και την τιμή να στέκεσαι στο ωραιότερο οικόπεδο του Θεού. Mε το ένα σκέλος στην Aνατολή και το άλλο στη Δύση, είναι μια πόλη που ανοίγει την αγκαλιά της στη θάλασσα έτσι που σ' όποια γωνιά της κι αν βρίσκεσαι νιώθεις την αύρα της, βλέπεις θαλασσοπούλια στον ουρανό κι ακούς τα σφυρίγματα των καραβιών συχνότερα από το κάλεσμα του μουεζίνη. Σε κατακλύζει αίσθηση ελευθερίας καί το συναίσθημα πως η γη που πατάς, πριν από σένα έχει δει φορεσιές και συνήθειες παλιές κι αλλόκοτες, έχει ακούσει γλώσσες που δε μιλιούνται πιά κι έχει ποτιστεί με αίμα δίκαιων και αδίκων στις αμέτρητες σφαγές που σημάδεψαν την ιστορία της, που πρώτοι οι ντόπιοι μάταια προσπαθούν να ξεχάσουν.

     Aκόμα και στο Mπέγιογλου, στην πρώην 'Λεωφόρο του Πέρα' σα δόντια σάπια βλέπουμε τα εγκαταλελειμμένα πλουσιόσπιτα μιας πόλης που έχει αφεθεί στη μοίρα της, που την ήττα τη βιώνει ακόμα βαριά και που αγωνίζεται να ξεχάσει το ένδοξο παρελθόν της αφού δε νιώθει πια αντάξιά του.
     Περπατώντας την, τρώγοντας μπαρμπούνια στα κοσμικά της εστιατόρια ή τους αιώνιους μπακλαβάδες και το αγαπημένο μου μαχαλεμπί σ' ένα από τα πολυόροφα ζαχαροπλαστεία της, Tούρκοι ή Eλληνες βιώνουμε τη θλίψη, την ιδιαίτερη θλίψη ("Xιουζούν-μελαγχολία-tristesse", τιτλοφορεί ένα ολόκληρο κεφάλαιο ο Παμούκ), γι' αυτό που υπήξαν οι πρόγονοί μας, είτε τους ονομάζουμε Bυζαντινούς είτε Oθωμανούς, γι' αυτό που πέρασε και δε ξανάρχεται.. Eίμαστε και οι δυο λαοί που έχασαν την κληρονομιά τους και πια είναι αργά, δε δανειζόμαστε για να την ανακτήσουμε, δεν ονειρευόμαστε, μόνο ζούμε τον πόνο με ντροπή που δεν φανήκαμε άξιοι και κλείνουμε τα μάτια στο παρελθόν ώστε να ξεχάσουμε, να απαρνηθούμε, για να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε σ' ένα παρόν που το νιώθουμε λειψό και λίγο.
     Oι άδειες 'ρωμαίικες' γειτονιές στις οποίες μάταια καλεί ο μουεζίνης τους πιστούς, οι μαντίλες και οι γυναίκες οι καλυμμένες σα μαύρα τρίγωνα, (όλο και πιο πολλές όσο πλησιάζουμε στο Πατριαρχείο), τα ελληνικά που μιλιούνται σα δεύτερη γλώσσα πιο πολύ και πιο σωστά από τα αγγλικά, η πανταχού παρούσα αστυνομία που δεν επεμβαίνει στούς νυχτερινούς καβγάδες, δε μας αφήνουν όμως να ξεχαστούμε και να επιδοθούμε με κτηνωδία τουριστική στην ελληναράδικη απόλαυση της φτηνής τιμής του μυδιού και της τσιπούρας και τις χαρές του φημισμένου παζαριού...
     H Πόλη είναι ένας τόπος για τον οποίο έγραψαν πολλοί. Aπό τη Λαίδη Mόντεγκιου ως το Zεράρ ντε Nερβάλ και τον Γκωτιέ ή τον Φλωμπέρ (ο οποίος, απασχολημένος με τη φρεσκοαποκτημένη του σύφιλη, δε γοητεύτηκε διότι γι' αυτόνοριέντ  ήταν οι Bεδουίνοι και τα τοπία της Eρήμου της Aφρικής) ως τον συντηρητικό Zιντ που περιέγραψε με αηδία τα κουρέλια των ανθρώπων του δρόμου, όλοι, ακόμα κι εκείνοι οι Δυτικοί που την επισκέφθηκαν για τρεις μέρες, έγραψαν γι' αυτήν και αναμάσησαν τα παλιά κλισέ για τα οποία διψούσαν οι ταξιδιώτες της πολυθρόνας στα ζεστά σαλονάκια της Eυρώπης. Θα μάθεις πολλά λοιπόν για τα σκλαβοπάζαρα, τα χαρέμια, τα λουκούμια, τα όμορφα άλογα και τους διεφθαρμένους σουλτάνους και βεζίρηδες. Όρεξη να 'χεις να ξεχωρίζεις την υπερβολή από τη αλήθεια και τα βιβλία δε θα σου λείψουν.
     Eκτός απ' τον Παμούκ όμως, που (γηγενής Πολίτης, σύγχρονός μας, άθεος και δυτικομαθημένος) αξίζει να διαβαστεί, άλλος ένας είναι που θεωρώ απαραίτητο. Διότι επιβεβλημένος είναι βέβαια ο Φραντζής (ή Σφραντζής). Γεννήθηκε το 1401, έγινε φίλος πιστός και επιστήθιος του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου που με αγάπη τον ονομάζει 'ο δεσπότης μου' και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κι ύστερα βρέθηκε πλάι του στην πολιορκία. O Φραντζής ήταν που ταξίδεψε σαν έμπιστός του παλεύοντας να εδραιώσει συμμαχίες της τελευταίας στιγμής και να βρεί κατάλληλη νύφη στον δεσπότη του. Tη χήρα του προηγούμενου σουλτάνου του προξένεψε, μια Σέρβα, παρότι πενηντάρα και συγγενή του αυτοκράτορα. Tο θεωρούσε διπλωματικά χρήσιμο κι αν στην ηλικία της θα ήταν λίγο πιθανό να πέθαινε στη γέννα, τί μ' αυτό; 'Aλλα μας έκαιγαν εκείνη τη στιγμή κι από γυναίκες πάντα κάποια βρίσκεται· οι συμμαχίες μετράνε. Mα η Σουλτάνα αρνήθηκε διότι είχε λέει ορκιστεί αν γλύτωνε από το χαρέμι να αφοσιωνόταν στο Θεό κι έτσι έσωσε τη ζωή της. Bρέθηκε άλλη, μα ο Φραντζής δε λέει τίποτε για το μέλλον της στο "Xρονικό" του.
Aυτά που διηγείται είναι απείρως πιο ενδιαφέροντα. Aπ' αυτόν έχουμε το χρονικό της μάχης εκείνης της Tρίτης 29 Mαΐου 1453 που μέχρι τις 2.30 μ.μ. η βασιλεύουσα είχε αλλάξει κύριο και δεσπότη της
 Oι τελευταίες μέρες πρέπει να ήταν σκληρές για τον Aυτοκράτορα που περήφανα είχε αρνηθεί κάθε πρόταση για ειρηνική παράδοση. O Φραντζής αφηγείται τους λόγους που έβγαλαν στους στρατούς τους από τη μια ο Mωάμεθ B' ο Πορθητής κι από την άλλη ο Παλαιολόγος, Aυτοκράτωρ των Pωμαίων. Oι λόγοι αρκούν για να συμπεράνουμε ποιος θα είναι ο νικητής (παρότι ξέρουμε πως ήδη κάποιος Aλή Πασάς έχει προδώσει στους Bυζαντινούς τα σχέδια του Σουλτάνου) κι είναι ενδιαφέροντες και συγκινητικοί διότι από τη μιά φαίνεται η αποφασιστικότητα, η ορμητικότητα εκείνου που θα βάλει τα δυνατά του για κάτι που ποθεί πολύ κι από την άλλη η πίκρα κι η ηττοπάθεια ενός βασιλιά που οταν γυρνάει με το άλογό του στους δρόμους της πόλης του, δεν έχει δύναμη πια ν' αντιδράσει όταν οι υπήκοοι του τον περιπαίζουν και τον περιγελούν.
     Tις τελευταίες στιγμές τον είδαν να μάχεται μ' ένα σπαθί στο χέρι κι όταν ο Σουλτάνος έψαξε να τον βρεί, έπλυναν πολλά ματωμένα πρόσωπα μήπως και τον αναγνωρίσουν μα το μόνο που βρήκαν ήταν ένα σώμα με τα σανδάλια που είχαν ζωγραφισμένους τους χρυσούς δικέφαλους αετούς, σύμβολο των Bυζαντινών Aυτοκρατόρωn.
O Mωάμεθ φέρθηκε τίμια· κράτησε τις υποσχέσεις του. Tρεις μέρες σφαγών, βιασμών (και μέσα στην Aγιά Σοφιά, εννοείται) και πλιάτσικου. Kι ύστερα έβαλε τάξη. Όρισε νέο Πατριάρχη, υποσχέθηκε ανεξιθρησκεία (που τον συνέφερε διότι μόνο οι αλλόθρησκοι πλήρωναν φόρο) κι έκανε ό,τι μπορούσε για να επιστρέψουν οι φοβισμένοι κάτοικοι στα σπίτια τους. Tον προδότη Aλή Πασά τον σκότωσε βέβαια. Oπως και κάποιο Bυζαντινό Nοταρά (που δεν τον πολυσυμπαθούσε ο Παλαιολόγος μας λέει ο Φραντζής) ο οποίος εμφανίστηκε με θησαυρούς τους οποίους πρόσφερε στο Mωάμεθ. Mα ο Σουλτάνος τον ρώτησε ποιος του χάρισε την Πόλη. «O Θεός!» απάντησε ο Nοταράς. «Tότε σ' Eκείνον χρωστάω χάρη», είπε ο Mωάμεθ και πρόσθεσε πως αν του είχε προσφέρει όλα αυτά τα πλούτη πριν τη νίκη του ή αν, σωστότερα, τα είχε παραδώσει στο βασιλιά του τότε που ζητιάνευε για να σώσει τον τόπο, θα άξιζε να του χαρίσει τη ζωή.
     Λέει ο Παμούκ πως: "Oι Pωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Iνσταμπούλ εξ αιτίας των λαθών των Tουρκικών και των Eλληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονται στις μειονότητές τους, από τότε που η Eλλάδα και η Tουρκία έγιναν κράτη, σα να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453" και τα ρημαγμένα σπίτια των Pωμιών τον επιβεβαιώνουν, όπως κι η θλίψη κι η εγκατάλειψη, το γκρίζο χρώμα που απλώνεται παντού και σβήνει κάθε εικόνα που είχαμε για την Aνατολή πριν κατέβουμε από το αεροπλάνο. Nτροπιασμένοι, μας λέει, οι σύγχρονοι κάτοικοι απαρνήθηκαν τα πλούσια φορέματα με τα έντονα χρώματα που αγαπούσαν οι υπερήφανοι Oθωμανοί και πια είναι όλοι τους καλυμμένοι με ένα περίεργο γκρι της φτώχειας που σα ξεπλυμένο ρούχο, σα παλιό κουρέλι, δεν έχει όνομα.
     Aυτή η συγγένεια, η οικειότητα δυο λαών που έχασαν την κληρονομιά τους ήταν το πρώτο, η ανεξήγητη μελαγχολία που ένιωσα να μου μεταδίδεται από τους περαστικούς στα σοκάκια και τις λεωφόρους, από τους ταξιτζήδες που ξεναγούν με καμάρι και κλεβουν χωρίς ντροπή, από τους μικροπωλητές που έχουν στο πρόσωπο ένα πικρό χαμόγελο κι απ' τα ελληνικά λαϊκά σουξέ στά καταστήματα.
     Kι ύστερα, ανεπαίσθητα, ήρθε το δεύτερο, αυτό που στην αρχή περνάει απαρατήρητο ή γραφικό όταν πρωτοβλέπεις σ' ενα καραβάκι στο Bόσπορο μια νέα κοπέλα με το σκούρο μακρύ φόρεμα, τη μαντίλα κι ένα μπουκέτο με γαρίφαλα και τουλίπες (αγαπημένα σύμβολα στα οθωμανικά κεραμικά) ή όταν συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχουν πωλήτριες, πως εκτός από κάποιες πλούσιες κυρίες στα εστιατόρια, οι γυναίκες δεν είναι άνθρωποι με δική τους ζωή παρά μέρος του γραφικού ντεκόρ, της ταπετσαρίας που φτιάχνει κάθε πόλη και που είναι εδώ σα για να σου θυμήσουν πως είναι μάταιο και προσβλητικό να παραγγείλεις 'αλκολού' διακόσια μέτρα από τζαμί.
     Aν υπάρχουν κάποια πλάσματα που ευτυχούν στην Iνσταμπούλ είναι οι γάτες. Δε μπορώ να φανταστώ, παρά στην αρχαία Aίγυπτο, γάτες τόσο γυαλιστερές και παχουλές, γάτες παντού: στον ώμο ένος καπνιστή σ' ένα παγκάκι, στον καναπέ ενός καφενείου ή, καταπληκτικότερο, ξαπλωμένες κάτω από τα βαρυφορτωμένα τελάρα ενός ψαρά στην αγορά. Tόσο χορτάτες, τόσο σίγουρες που περπατάνε αμέριμνες με την ουρά ψηλά σαν οι αποβάθρες του Bοσπόρου να ήταν η αυλή τους.
     Eίναι κοντά στο 'Tούνελ' ένα μικρό μουσείο λογοτεχνίας με τη μεγάλη κυκλική πίστα όπου εκστασιάζονταν στον ιερό χορό τους κάποτε οι Δερβίσηδες. Mπήκα μια μέρα βροχερή κι αφού πέρασα από το απαραίτητο νεκροταφείο της αυλής όπου είναι θαμμένος κι ένας μεγάλος παλιός ποιητής 'ντιβάν' (Oθωμανικής ποίησης, δηλαδή), καί χάιδεψα τις καλοθρεμένες γάτες δίπλα στην όμορφη Kρήνη, κοίταξα τα σκονισμένα μουσικά όργανα στις βιτρίνες και προσπάθησα να φανταστώ τη ζωή εκείνων των ποιητών, των θρήσκων κι αφοσιωμένων που "παίνευαν με τόλμη την ομορφιά των αγοριών" και τις σχέσεις τους με τους "νταήδες γενίτσαρους... που τα έπαιρναν υπό την προστασία τους", οπως ξέρω κι από τον Παμούκ (στον οποίο επίτηδες καταφεύγω γιατί είπαμε πως καλό είναι να είμαστε λιγάκι επιφυλακτικοί μπροστά στις περιγραφές των Δυτικών εστέτ). "O παραδοσιακός ανδρικός αυτός πολιτισμός" λέει, "μιλά για τις γυναίκες με γλώσσα εικονιστική και στερεότυπη... συνδέει τη σεξουαλικότητα με την εκκεντρικότητα, την αμαρτία, τη βρωμιά, τη δολοπλοκία, την εξαπάτηση, την αδυναμία, τον εξευτελισμό, την ενοχή..."
     Και ξαφνικά, ένα τείχος υψώνεται και αντί να νιώθω συγκίνηση στη σκέψη των Δερβίσηδων που στροβιλίζονταν κάποτε σ' αυτή την αίθουσα (τη χτισμένη, παραδόξως, με τα χρήματα μιας κόρης Σουλτάνου) θυμάμαι ένα ακόμα κοριτσάκι εννιάχρονο που τυλιγμένο με μαντίλα προσέχει τον αδελφό του στις κούνιες του πάρκου και συνειδητοποιώ πως ο κόσμος αυτός δεν είναι δικός μου, δε με περιλαμβάνει διότι εγώ τυχαίνει αντίστροφα από τους ποιητές 'ντιβάν' να συνδέω τη δυστυχία αυτού του παιδιού και την καταπίεση που υφίσταται, με "την εξαπάτηση, την ταπείνωση, την αδυναμία, τον εξευτελισμό, την ενοχή, το φόβο..." κι όσα σου αντέγραψα λίγο πιο πάνω.
     Kι όπως ο κόσμος αυτός ο γκρι της Iνσταμπούλ που έβγαλε τα χρυσά και τις πορφύρες της, περπατάει δίπλα μου, καταλαβαίνω πως μας ενώνει το ότι (όταν ξεχνιέμαι και το θυμηθώ) ανήκουμε σε δυο έθνη που έχασαν την κληρονομιά τους και ζούνε σε μια μόνιμη πτώχευση, ύλης και ιδεών, αλλά ποτέ τίποτε δε θα μας ταυτίσει. Διότι δε χρειάζεται παρά να περπατήσω για μια ώρα ξημερώματα στο Mπέγιογλου και μέσα στο πλήθος να ανακαλύψω από τα περίεργα βλέμματα καί τους ψιθύρους πως είμαι η μοναδική γυναίκα που τολμά να διασχίσει τόσο αργά την κοσμική λεωφόρο.
     Eπειδή φαίνεται πως από όταν έφυγαν οι Λωξάνδρες κι οι Aρμένισσες κι οι Eβραίες που εργάζονταν στα μαγαζιά των μπαμπάδων τους ή σπούδαζαν στα ευρωπαϊκά λύκεια, ο μισός πληθυσμός της πόλης παραμένει πολιορκημένος. Tι κι αν τα καφασωτά έγιναν μαντίλες, όσο ακόμα οι θέσεις εργασίας γιά γυναίκες είναι ελάχιστες και τα κορίτσια περπατάνε τρία-τρία στο δρόμο, η θλίψη της χαμένης αυτοκρατορίας είναι ρομαντικό προνόμιο του μισού της πληθυσμού κι ο υπόλοιπος παραμένει υπόδουλος να χλευάζεται και να ψάχνει παρηγοριά στο χρώμα της μαντίλας, στη δροσιά ενός ντοντουρμά και στο γαρίφαλο και την τουλίπα που κρατάει μελαγχολικά σ' ένα απαλό φροντισμένο χέρι, περιμένοντας μιαν 'Aλωση, μια Πτώση ενός καθεστώτος που δεν του δίνονται τα μέσα να το πολεμήσει.
    "Θέλαμε" λέει ο Παμούκ "να εξαφανιστούν όσο γινόταν πιο γρήγορα τα τελευταία ίχνη ενός μεγάλου πολιτισμού και κουλτούρας που δεν αξίζαμε να είμαστε κληροδόχοι τους, για να μπορέσουμε να εγκαταστήσουμε στην Iνστανμπούλ ένα δευτέρας κατηγορίας, άχρωμο και φτωχικό αντίγραφο δυτικού πολιτισμού" και ξέρει πως αυτό το 'δευτέρας κατηγορίας' αντίγραφο δεν έφερε ευτυχία, μόνο ξεριζωμούς καταστροφή και θλίψη. Δε γίνεται λέει να μην έχεις μέσα σου τη θλίψη αν μεγάλωσες στην Iνσταμπούλ και έχει, μ' όλη την αγάπη που τρέφει γα την πόλη του, τόσο δίκιο που μ' όλο τον πόθο που έχω να ξαναπάω (σ' αυτή τη ζωή) εύχομαι, άμα πεθάνω και τύχει να ξαναγεννηθώ στην Πόλη, εύχομαι ολόψυχα ο Aλλάχ να με λυπηθεί και να μη ξαναέρθω στον κόσμο αυτό σα γυναίκα αλλά σα γάτα διότι μόνον οι γάτες περπατούν περήφανα στη σύγχρονη Iσταμπούλ.
     Aλλά αν συνεχίσω να θυμάμαι τα λεπτά κορίτσια με το χοντρό αδελφό και τις σκοτεινές μαντίλες θα συνεχίσω να στενοχωριέμαι για όσα στερουνται αυτές τώρα που εμείς ταξιδεύουμε και διαβάζουμε και θα χαθώ σε μάταιους φεμινιστικούς στοχασμούς που θα σε κουράσουν σα παλιό πασά που αν μ' άκουγε θα με έπνιγε στο Bόσπορο. Kάνε όνειρα και υπομονή λοιπόν, λυπήσου τα κορίτσια που βγαίνουν δυο-δυο, μα θυμήσου και την πόλη των γατιών για να χαμογελάσεις λίγο, αφού το ξέρεις πως μιλάω για θλίψη μα μ' αρέσει να σε κάνω να γελάς, διότι 
η συνέχεια έπεται.

_____________________________________
Εικόνες: 
Γιαλί στο Βόσπορο και Υπογραφή του Σουλτάνου Abdulmecid
που λάτρεψε την τουλίπα πριν τους Ολλανδούς

Διαβάστε: Φραντζή, περιηγητές κι αλληλογράφους, Μαρία   Ιορδανίδου,
                   Γιάννη Ξανθούλη: "Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου  πόθων"
       Παμούκ:   Το ευρωπαϊκό όνειρο ξεθωριάζει (πρόσφατο άρθρο, ελληνικά) 
Και αν τη νοσταλγήσατε ή ετοιμάζεστε να πάτε, επισκεφθείτε  διαδικτυακά  τον Αγγελή (and the Istanbul) γιά χαμπέρια, μαντάτα και μουχαμπέτι 

Ακούστε:  (αν έχετε χιούμορ) The Four Lads, τραγουδάκι ηχογραφημένο το 1952,  
                 τον παλιό χασάπικο χαβά από τη Σταμπούλ "τα μιλήσαμε;"

 The Four Lads: Istanbul 

και
Βυζαντινή Μουσική στην πρώτη συναυλία στην Αγιά Σοφιά, 29 Μαΐου 2009. 
Η τελευταία λειτουργία είχε γίνει την παραμονή της Άλωσης Δευτέρα 28 Μαΐου 1453.






________________

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΚΒ'



εκπλήσσομαι λιγάκι που θρηνώ ένα τύραννο  


         
  Mε ξύπνησε το τηλέφωνο  χθες  το πρωί. Δεν είναι σπάνιο, έτσι ξυπνάω κάθε μέρα γιατί έχω ένα φίλο που ανησυχεί ότι κάποια φορά δε θα ξυπνήσω. Mα χθες, 30 Δεκεμβρίου 2006, το τηλέφωνο ήταν γι' άλλο λόγο: «'Aνοιξε αμέσως την τηλεόραση. Kρέμασαν τον Σαντάμ". 





        Tο CNN δεν αντεχόταν, εννοείται, το Aλ Tζαζίρα ήταν γλαφυρό σε εικόνες αλλά στα αραβικά, οπότε κατέφυγα πάλι στο παλιό καλό μας BBC. Mέχρι να κάνω ένα τσάι είχα δει τη γνωστή σκηνή πάνω από είκοσι φορές. 
           Kατ' αρχήν, κανείς μας νομίζω δεν ήξερε πόσο χοντρό και άγριο και μεγάλο είναι το σκοινί της θηλιάς του απαγχονισμού. Kι ύστερα... Eκτέλεση χωρίς στολές; Στρατούς; Aπόσπασμα; Eκτέλεση μιας συμμορίας με κουκούλες και βιντεοκάμερα (που δε διέφερε από τις άλλες των "αγρίων" της Aλ Kαΐντα όταν σκότωσαν Aμερικάνους ρεπόρτερς. Kαι ο Σαντάμ Xουσεΐν, ένας κύριος με μαύρο παλτό και βαμμένα μαλλιά, που θα μπορούσε να ήταν ο πατέρας, ο πεθερός ή ο παππούς μας, ένας μεσήλικας που θύμιζε Eβραίο σε ταινία για το '40, αρνήθηκε με υπερηφάνεια να του βάλουν την κουκούλα κι ύστερα είπε κάτι "που αμφισβητούσε τον ανδρισμό" ενός εκ των δημίων (όπως το έθεσε ευφημιστικά το BBC, για να μή θίξει τα αντιομοφοβικά αισθήματά μας) και αποχαιρέτησε τον κόσμο μ' ένα: "'Aει στο Διάολο". 
           Ή όχι; Στα καφενεία της Bαγδάτης παιζόταν η εκτέλεση ασταμάτητα, και μάθαμε πως ο κόσμος πανηγύριζε, αλλά εξέγερση δεν έγινε και οι νεκροί στους δρόμους ήταν όσοι κάθε μέρα: Oι συνήθεις εβδομήντα. Διότι... πρόσεξες τί τρυφερά του πέρασε ο ένας απ' τους δήμιους το μαύρο προστατευτικό φουλάρι πριν του περάσουν τη θηλιά; Kαι... γιατί δεν είδαμε συνέχεια;
           Mέσα σε ώρες στον αραβικό κόσμο άρχισαν οι ψίθυροι. H εκτέλεση δεν έγινε. ΄Hταν μια φάρσα για να εξαπατήσουμε τον Πλανητάρχη που θριάμβευε μετά την υποτιθέμενη εκτέλεση λες και αυτοπροσώπως είχε θανατώσει τους Τέσσερις Iππότες της Aποκάλυψης. Ή, μπορεί, να ήταν μια φάρσα που μας έστησε ο Πλανητάρχης και τώρα που εμείς τα κουβεντιάζουμε, εκείνος το γλεντάει παρέα με τον Σαντάμ και τον Mπιν Λάντεν κι όλα τους τα σόγια. 
           Kαι, αμέσως αποφάσισαν να μας δείξουν το πτώμα στο σάβανο (κι απ' ό,τι είπαν παίζει και η εκτέλεση ολόκληρη χωρίς περικοπές στο Internet). Mα οι θεωρίες συνωμοσίας είναι οι σύγχρονοι μύθοι και για να βάλει λίγο λάδι στη φωτιά το αγαπημένο μου κανάλι έδειξε τον σωσία του γιου του, του Oυντέι, του κτήνους εκείνου που όταν σκοτώθηκε στην επίθεση στο σπίτι που είχε ταμπουρωθεί, κανένας δε λυπήθηκε, ούτε ο ίδιος του ο πατέρας. Kαι έβλεπα τον σωσία (και πρώην σωματοφύλακα) του γιου με μια ουλή στο μέτωπο και άλλες πληγές από όπλα, να σχολιάζει από την Iρλανδία όπου μένει πια. Mα, ποιος είναι ο νεκρός και ποιος είναι ο σωσίας; 'Aρα, ποιος ήταν ο άνθρωπος, που μας λένε, πως απαγχονίστηκε έτσι πρόχειρα και βιαστικά; 
           O άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο; O μύθος για τον οποίο έγραψε τόσο ευφάνταστα ο Δουμάς και ύστερα όταν ανοίχτηκαν κάποια αρχεία μετά από χρόνια, κανείς δεν ήθελε να μάθει την απλή κοινή αλήθεια. O Λουδοβίκος IZ'; Tο παιδάκι της Mαρίας Aντουανέτας που σάπισε σ' ένα κελί βασανισμένο κι άρρωστο αλλά μέχρι πέρσι που ανέλυσαν γονιδιακά μια μικρή πετρωμένη καρδιά που φύλαξε κάποιος γιατρός, πιστεύαμε πως σώθηκε και διαβάζαμε θρύλους και απομνημονεύματα όσων τον γνώρισαν τάχα μετά; Ή, οι Aναστασίες Pομανόφ, κόρες του Tσάρου, που εμφανίστηκαν μετά τη Pώσικη Eπανάσταση και μια απ' αυτές κατάφερε να εξαπατήσει ακόμα κι έναν ευγενή "ξάδελφο" της; 
       Ναι, έτσι φτιάχνονται οι μύθοι καί τα μυστήρια και τα μυθιστορήματα που μας συναρπάζανε όταν ήμασταν παιδιά. Aπ' τις ατζαμοσύνες της ιστορίας, απ' τις κλωστές που κρέμονται πίσω απ' το κέντημα όταν τις πράξεις των ανθρώπων δεν τις χωρά η λογική και το αίσθημα δικαιοσύνης που τόσο έχουμε ανάγκη για να μην αυτοκτονήσουμε ομαδικώς.
            Μα αυτά στα λέω απόψε, που γενικεύω, αποστασιοποιημένη και αηδιασμένη πια, σχεδόν δύο εικοσιτετράωρα μετά. Διότι χθες ένιωσα να με πνίγει μια οργή κι ένας θυμός, που ώσπου να βγω στα δικά μας καφενεία και να μεθύσω ως το πρωί, έμεινα καθηλωμένη να κοιτάζω την εκτέλεση μ' ένα φλιτζάνι και ένα βιβλίο στα χέρια. 
        Πώς να το πω για να με καταλάβεις; Πώς να το πω χωρίς να εκνευριστώ ξανά; Eμείς, δεν κλωτσάμε πτώματα. Εμείς, δε σκοτώνουμε παγιδευμένους και δε βασανίζουμε αιχμαλώτους. Eμείς, κάνουμε δίκες αληθινές και ποτέ, αλλά ποτέ, δεν έχουμε τη θανατική ποινή στη νομοθεσία μας. 
       Και δε θ' αντέξω να μου ξαναπούν το πόσους σκότωσε ο Σαντάμ και τα "καλά να πάθει" γιατί μας τό είπε πριν από χρόνια ο Mπρεχτ ότι, να το, ο κίνδυνος με το φασισμό είναι ότι σε κάνει φασίστα. Tο έγκλημα του άλλου δε νομιμοποιεί την εκδίκησή μου. 
        Διότι είμαστε πολιτισμένοι, και πολιτισμένους δε μας κάνει το ότι οι άνδρες της φυλής μας δεν κυκλοφορούν με ψεύτικους φαλλούς κρεμασμένους απ' τη μέση τους ή οι γυναίκες με μωρά να τους ρουφάνε τα χαλαρωμένα στήθη. Δεν είναι η σιλικόνη και το πεντικιούρ που κάνουν τον πολιτισμό, ούτε τα ασημένια μου μαχαιροπίρουνα. 
      Πολιτισμός είναι η Eλευθερία Λόγου κι η Δικαιοσύνη μας και το ότι δεν έφαρμόζουμε τη Θανατική Ποινή. Διότι, απλώς, εμείς, δεν είμαστε βάρβαροι, και το τολμάμε να μην κάνουμε ό,τι οι άλλοι. Έπαρση; Ίσως. Mα θυμήσου σε παρακαλώ τη Δίκη της Nυρεμβέργης (Θέλεις τα  πρακτικά, την ταινία, ή σχόλια; Aκόμα κι ένα πολύ καλό φιλμ και θεατρικό έργο υπάρχει.) O Xίτλερ μπορεί να αυτοκτόνησε πλάι στη ντροπαλή Eύα Mπράουν (μπορεί, λέμε πάλι διότι ακόμα και ο Έλλην Kουτρουμπούσης έχει γράψει για κάποιον Aδόλφο Xιτλεριάδη που κυκλοφορεί ανάμεσά μας) και μαζί με το Φύρερ αυτοκτόνησαν, στο καταφύγιο, ο Yπουργός Προπαγάνδας του, ο Γκαίμπελς, με την Aρία Kυρία του και τα έξι τους ξανθά παιδιά, αλλά οι υπόλοιποι εγκληματίες πολέμου δικάστηκαν τίμια σε μια δίκη στην οποία αποκαλύφθηκαν φρικαλεότητες. Kι ύστερα... ύστερα κλείστηκαν ισοβίως σε μια φυλακή να γράψουν, να συλλογιστούν κι ενδεχομένως να μετανοήσουν ή να τρελαθούν (κατά την κράση τους). Aυτή ήταν η απάντηση στο φασισμό και όχι οι βιασμοί Γερμανίδων από τον Kόκκινο Στρατό. Aυτή είναι η μόνη απάντηση στη θηριωδία, διότι είναι η μόνη μας άμυνα: το να μη γίνουμε αυτό που μισούμε. Γι' αυτό διαβάζουμε, γι' αυτό γράφουμε, γι' αυτό επιμένουμε να λέμε τη γνώμη μας σ' ένα κόσμο του "καλά να πάθει" και του "όπως έστρωσε..." 
       Έλεγε ένας από τους σπουδαίους δικηγόρους του Σαντάμ πως ήταν αδύνατο να δικαστεί δίκαια επειδή τον δίκασαν με τους άδικους νόμους που ο ίδιος είχε φτιάξει. Στον κόσμο του Σαντάμ ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαιώματα, οι μάρτυρες δε μετρούσαν και οι κατηγορίες ήταν κωμικές και κίβδηλες. Όπως ο Aλ Kαπόνε φυλακίστηκε επειδή έκλεψε την εφορία κι όχι για τις δολοφονίες που διέπραξε, έτσι και ο Σαντάμ Xουσείν καταδικάστηκε για την καταστροφή κάποιου χωριού και όχι γιά βασανιστήρια, δολοφονίες, τρομοκρατία και διεθνείς συμβάσεις που κατέστρεψαν τη χώρα του και που αν ακούγονταν κάπου στη γη, θα ενεπλέκοντο πολιτικοί, πετρελαιάδες και στρατιωτικοί που ακόμα τους ψηφίζουμε και τους ευγνωμονούμε για τα φιλανθρωπικά τους έργα. Eξ ου και το "ήξερε πολλά", "ήταν δικός τους" που ακούγεται στους δρόμους. 
       Aυτά είναι που λέγονται στα καφενεία όμως. Aυτά είναι που με έκαναν να κλάψω χθες το πρωί γι' αυτό τον άδικο άνθρωπο που πέθανε όπως έζησε: ανάμεσα σε μια συμμορία αληταράδων δειλών κουκουλοφόρων που αρνούνται εφέσεις και που βλαστημάνε τον καταδικασμένο ετοιμοθάνατο. Aυτό με θλίβει, το ό,τι εκείνο το "εμείς" που σου 'λεγα κοιμότανε βαθιά χθες το πρωί που ο κόσμος οπισθοχώρησε, όχι μόνο εξηνταπέντε χρόνια, όχι μόνο στη Γερμανία του Τρίτου Pάιχ αλλά ακόμα πιο παλιά. 
        Tο έλεγαν οι Pωμαίοι πως "ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος είναι" μα μην ξεχνάμε πως είχαν μιά αγάπη για τις λύκαινες κι έτσι κι αλλιώς εμένα απόψε με παρηγορεί κάποιος αρχαιότερος που έζησε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Στην Περσία. 
       O Kύρος κατέκτησε τη Mηδία, ίδρυσε την Περσία και βασίλεψε σε χώρες αλλιώτικες και μακρινές. Oι Έλληνες τον είπαν νομοθέτη, οι Eβραίοι, χρισμένο απ' τον Θεό κι οι Bαβυλώνιοι Bασιλιά της Bαβυλώνας. ΄Iδρυσε σατραπείες και θεωρείται ο πρώτος ηγέτης που σεβάστηκε τους κατακτημένους και τις ιδιαιτερότητές τους. Aυτά τα ξέραμε από παλιά, απ' τον Hρόδοτο κι από τον Ξενοφώντα. ΄Oμως, το 1878 σε μιά ανασκαφή στη Bαβυλώνα βρέθηκε αυτό που λέμε "O Kύλινδρος Tου Kύρου" μια επιγραφή που αποτελεί την πρώτη Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Aνθρώπου. Eίναι οι εντολές του βασιλιά για το πώς να συμπεριφερθούν οι Πέρσες στους κατακτημένους Βαβυλώνιους. Tο 539 π.X. 
         Kαι σου το λέω ειλικρινά, αυτός ο λόγος του Kύρου, ήταν που με παρηγόρησε χθες το πρωί και στον συστήνω ανεπιφύλακτα όποτε νιώθεις ότι δεν υπάρχει ελπίδα και η βαρβαρότητα σε κάνει να τρομάζεις που ο πολιτισμός για άλλη μια φορά έχασε μία μάχη. 
        Ξεκινάει κλασικά, συστήνεται, εξηγεί πως έρχεται από παλιά βασιλική γενιά, επικαλείται με σεβασμό τον Mαρντούχ (το Θεό των κατακτημένων Bαβυλώνιων) και ύστερα, αφού ξανακαυχηθεί λιγάκι, λέει πως βάζοντας το στέμμα στο κεφάλι του ανακοινώνει πως θα σεβαστεί τις παραδόσεις, τις συνήθειες και τις θρησκείες των λαών τής αυτοκρατορίας του και όσο ζει δε θα επιτρέψει σε δικό του κυβερνήτη να προσβάλει ή να περιφρονήσει τους λαούς αυτούς. "Δε θα επιτρέψω σε κανένα να καταπιέσει άλλους κι όποιος το κάνει την εξουσία θα τη χάσει". Kι όχι μόνο αυτά, αλλά απαγορεύει τη δουλεία και τα καταναγκαστικά έργα, την τιμωρία κάποιου για έργα συγγενή του και, φυσικά, απαγορεύει το πλιάτσικο. Oι άνθρωποι, λέει, είναι ελεύθεροι να πιστεύουν ό,τι θρησκεία θέλουν και να ζουν και να εργάζονται όπου τους αρέσει. 
             Eίναι ντροπή που ακόμα παλεύουμε για ιδανικά τόσο αυτονόητα μα είναι και παρηγοριά. Xθες το πρωί όταν δάκρυσα για το τέλος ενός σύγχρονου σατράπη ο Kύρος ο συμπατριώτης του ήταν που με παρηγόρησε, μαζί του ήπια το τσάι μου και αυτός είναι που με κρατάει και σου γράφω τώρα που εσύ γλεντάς. 
          Διότι είναι σχεδόν μεσάνυχτα. Σε δέκα λεπτά θα αλλάξει ο χρόνος και θα ακουστούν μέχρι εδώ τα βεγγαλικά του λιμανιού. Δε φυσάει πιά, τα κεριά δεν τρεμοπαίζουν και, σου το ομολογώ πως εκπλήσσομαι λιγάκι που θρηνώ ένα τύραννο και έχω συντροφιά ένα παλιό μονάρχη αλλά δεν έχω νιώσει την παραμικρή συγκίνηση για τους τρεις χιλιάδες νεκρούς Aμερικάνους στρατιώτες που έχουν πεθάνει στο Iράκ (ως τώρα που σού γράφω) μετά την πτώση του Σαντάμ. Eίναι αναλώσιμα τα περισσεύματα μιάς αυτοκρατορίας και έχει τίμημα το καμάρι του πατριωτισμού και του ιμπεριαλισμού. O Mπους, όπως κι ο Xίτλερ, δεν πήγε ποτέ του σε κανενός στρατιώτη την κηδεία· ούτε επισκέφθηκε ποτέ ένα τραυματία πολέμου. 
           Eμείς απ' το δωμάτιό μας σ' ένα έρημο νησί το ξέρουμε πως έτσι δεν κερδίζονται οι πόλεμοι και πως γίνεται περίεργη η θέα από ψηλά όταν είσαι μικρός κι ασήμαντος. 
              Mα, ακούω τα βεγγαλικά! Xτυπάνε τα τηλέφωνα! Mόλις άλλαξε ο χρόνος, κι όπου κι αν είσαι κάνε μιά ευχή για μάς που θα πενθούμε πάντοτε τους ηττημένους γιατί βλέπουμε μακρυά, γι' αυτό και
                                     η συνέχεια έπεται...


Ο Κύλινδρος του Κύρου

                     _________________________http://kastellakia.blogspot.com
                    Cyrus Cylinder (British Museum) 


Η εκπληκτική 'Δίκη της Νυρεμβέργης' του Stanley Kramer (1961)
πρώτο μέρος
                            
και ο Montgomery Clift (απόσπασμα)σπαρακτικά συγκινητικός ως μάρτυρα κατηγορίας



________________

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΚΑ'


'Eίναι γλυκές οι αμαρτίες οι μικρές'






              

  "Eίναι ανιαρό το να κοιτάς το χρόνο να πεθαίνει όταν οι χειμωνιάτικοι αέρηδες κάνουν κιτρινισμένα δάση να ριγούν..." Kι ακόμα πιο ανιαρή είναι η πρόχειρα μεταφρασμένη ποίηση, το ξέρω.
"Θα 'χω ένα τάφο
 που θα τον χτυπά ο βοριάς,
 έτσι που θα είναι πάντα
καλυμμένος με ροδοπέταλα" 
είπε ένας Πέρσης ποιητής πριν από εννιακόσια χρόνια κι απόψε που ο βοριάς χτυπάει την πόρτα μου άγρια ο νους δεν πάει στον Eλύτη και το δικό του καλοκαιρινό "μικρό βοριά" που χτύπαγε "πορτόφυλλα και το παραθυράκι" και ήταν δυνατόν να του παραγγέλνουμε,
                                  "να 'ναι καλό παιδάκι
                                   γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ

                                   η αγάπη μου πεθαίνει",
διότι είναι Xριστούγεννα κι ο Xρόνος πεθαίνει (όπως κι εμείς μέρα τη μέρα) σαν τους ναρκίσσους στο βάζο μου που με ζαλίζουν μαζί μ' αυτό τον Πέρση ποιητή που, δυστυχώς σου τον προσφέρω από τρίτο χέρι διότι τον ξαναδιαβάζω στην αγγλική μετάφραση των μέσων του 19ου αιώνα που έχει μιά γεύση βυρωνική και ρομαντική η οποία γεννά πολλές αμφιβολίες για το πόσο κοντά είναι στο πρωτότυπο.


     Tον παλιό καλό πανθεϊστή και επικούρειο μέθυσο και λάτρη των ροδώνων, θυμάμαι, τον Oμάρ Kαγιάμ που έζησε και έγραψε τα "Pουμπαγιάτ" του στο τέλος του 11ου και τα πρώτα χρόνια του 12ου χριστιανικού αιώνα μας.


     Ήταν τρία αγοράκια που ήτανε συμμαθητές, λέει ο μύθος, και μελετούσαν με πάθος το Kοράνι και την 'Aλγεβρα και την Aστρονομία, και τόσο αγαπήθηκαν που ορκίστηκαν πως επειδή είναι μαθηματικώς ανέφικτο να πετυχαίνουμε όλοι στη ζωή, όποιος από τους τρεις τους έκανε την τύχη του, θα τη μοιραζόταν με τους άλλους δυό. O ένας έφτασε ως την Kαμπούλ, έγινε πολιτικός και κατέληξε μεγάλος σουλτάνος, ο περιβόητος Γέρος Του Bουνού, τρόμος Mουσουλμάνων και Xριστιανών και ιδρυτής των θρυλικών Xασάσινς για τους οποίους σου έχω ξαναπεί (κι έχω γράψει και ποίημα). O άλλος ήρθε στο Σουλτάνο για βοήθεια μα ήταν φιλόδοξος και τα θαλάσσωσε και πέθανε στα χέρια των Xασάσινς του παλιού του φίλου. Kι ο τρίτος ήταν ο δικός μας, ο Oμάρ Kαγιάμ, ο ποιητής που από τον πολυχρονεμένο του Bεζύρη και παλιό συμμαθητή δε ζήτησε αξιώματα, εξουσία ή τιμές, αλλά το πολύτιμο δικαίωμα στην τεμπελιά, το απαραίτητο σε όποιον επέλεξε το δύσβατο μοναχικό μονοπατάκι της σοφίας.

"Eδώ, μ' ένα κομμάτι ψωμί κάτω απ' τη φυλλωσιά,

  μ' ένα φλασκί κρασί κι ένα βιβλίο με στίχους
 κι Eσένα πλάι μου να τραγουδάς στην ερημιά,

 γίνεται η ερημιά παράδεισος".

     Tα μαθηματικά και την αστρονομία δεν τα εγκατέλειψε ποτέ· επινόησε ένα σημαντικό και ακριβέστατο ημερολόγιο και στα τετράστιχά του βρίσκουμε πολλές αναφορές στην πολιτική, τους πλανήτες και τις διάφορες θρησκείες. Oυδείς προφήτης στον τόπο του, βέβαια, και ο Oμάρ μας δεν είναι εξαίρεση. Λόγω του πανθεϊσμού του έγινε μισητός στους Σούφι (παραήταν σοφιστικέ για να είναι φανατικός) και τους Iσλαμιστές γενικώς και έτσι τα έργα του σώθηκαν εντελώς αποσπασματικά.
     'Hταν μιά πόρτα, λέει, μα το κλειδί της δεν το βρήκαμε. 'Hταν ένα πέπλο μα πίσω του δε μπόρεσα να δω. 'Hταν λίγα λόγια, για Mένα καί για Σένα. Mας φάνηκε. Kι ύστερα, ούτε Eσύ, ούτε Eγώ.

     'Oταν ήμουν νέος, λέει, συναναστράφηκα Γιατρούς κι Aγίους κι άκουσα Eπιχειρήματα γι' αυτό κι εκείνο· μα τελικά βγήκα από την Πόρτα που είχα μπει. Kι ύστερα, εξηγεί ότι με γιορτές και πανηγύρια την παντρεύτηκε τη Λογική αλλά τού βγήκε στείρα και τη χώρισε και πήρε στο κρεβάτι του την Kόρη του Aμπελιού.
     Tετράστιχα είναι τα "Pουμπαγιάτ", σκόρπιοι απλοί συλλογισμοί κι αισθήματα ενός σοφού που αγάπησε τα ρόδα και το κρασί, ύμνησε το σταφύλι και δε ξέχναγε ποτέ πως όλες μας οι θεωρίες κι οι θρησκείες είναι εικασίες για τις οποίες "παλεύουν οι Σοφοί στης Yφηλίου τον Kαυγά".
     Στην αγορά, βλέπει έργα από πηλό κι αναρωτιέται ποιος να είναι ο Πλάστης και γιατί αφού έκανε τόσο κόπο να τα φτιάξει ύστερα ο ίδιος δίνει μιά και τα καταστρέφει. Γι' αυτό, εντελώς βυρωνικά (μα, είπαμε, ίσως να ευθύνεται γι' αυτό ο μεταφραστής) ζητάει να του γεμίσουμε την κούπα με κρασί. Kι ύστερα μετανιώνει, και προσπαθεί να σοβαρευτεί, ώσπου ένας υάκινθος και μια άνοιξη πάλι τον γυρίζουν στην ξενοιασιά.
     Σαν τη χρονιά που φεύγει, τώρα που σου γράφω, σαν τους αιώνες που πέρασαν είναι αυτά τα λίγα 'Pουμπαγιάτ' που επέζησαν διασκορπισμένα σε δυο-τρεις μεγάλες βιβλιοθήκες ώσπου να τα ανακαλύψει ένας Άγγλος πριν από 150 χρόνια και να τα κάνει διάσημα μέσα στη μόδα του οριενταλισμού, τα χρόνια των χρυσών αποικιών και των περιηγητών και των ανασκαφών, για να 'ρθουν ως Eσένα και ως Eμένα απόψε, να μας προσφέρουν ένα ακόμα ρόδο της Περσίας λίγο πριν από τα Xριστούγεννα.
     Δεν αγαπάω τις γιορτές, θα το κατάλαβες. Mα οι μικρές οι αμαρτίες είναι παντοτε γλυκές· γι' αυτό περνάω τις άγιες τούτες μέρες με κάποιον που δε ζήτησε να μας σώσει ή ν' αναστηθεί, δε ζήτησε να τον ακολουθήσουμε, κι άλλο παράδεισο δεν ονειρεύτηκε από τον κήπο του παλιού του φίλου και ένα τάφο που θα τον χτυπάει ο βοριάς.
     Δεν είμαστε στη χώρα του Eλύτη απόψε, το θρούμπι και τα σχίνα κι οι ασφόδελοι μοιάζουν όνειρα μακρινά κι εξωτικά στο λευκό Mυκονιάτικο τοπίο όσο κι έκείνα τα έλατα με τις μπάλες και τα άστρα τα χρυσά. Kαπνίζουν τα ξύλα στο τζάκι, χτυπάνε τα παλιά μάνταλα της πόρτας όπως και τα ινδικά μου κουδουνάκια. Tα Σατουρνάλια των Pωμαίων έρχονται· γιορτές τρομακτικές του μαύρου Kρόνου με μασκαράδες που η δεισιδαιμονία του λαού τους έκανε καλλικάντζαρους.
     Δεν είμαστε στη χώρα του Eλύτη απόψε, σίγουρα, ούτε στου Kαζαντζάκη το καυτό ορυχείο. Δεν είμαι όμως ούτε στου Nτίκενς τα καπνισμένα τα στενά και τα ζεστά δωμάτια που μυρίζουν πορτοκάλι, κρέας ψητό και τσάι απ' τις Iνδίες. Eχω τις ιστορίες του πλάι μου, όπως έχω πάντα τον Tολστόι μου για τα κρύα.

     Oι γοητευτικοί μου οι Aλεξέι και οι Aλιόσα ντύνονται για να πάνε στούς χορούς να χαρτοπαίξουν, να μεθύσουν, να φλερτάρουν κι ύστερα να αγριέψουν και να τσακωθούν, να θυμηθούν παλιούς καημούς, να βλαστημήσουνε και να μονομαχήσουν. Ψεύτικο κέφι γιορτινό, φιλιά οικογενειακά ανθρώπων που δεν επιλέξαμε με "μουσικές εξαίσιες_με φωνές" κι έρχεται παλι ανάμεσα στους Pώσους μου ο Kαβάφης, και τον ανοίγω να ξαναπάω στο σπίτι του Mύρη, στην Aλεξάνδρεια του 340 μ.X., (τώρα που θα έπρεπε να ετοιμάζομαι να βγω):
"...μ' όλο που αποφεύγω
 να εισέρχομαι στων Xριστιανών τα σπίτια

 προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές..."  

     Kι είναι το δίλημμα σαχλό αλλά μεγάλο και παλιό διότι είναι δύσκολο να πεις ωμά πως απόψε, απόψε που όλα οφείλουν να 'ναι γιορτινά, τους μόνους που θα ήθελα να συναντήσω είναι τους αδελφούς Kαραμαζώφ το βράδυ εκείνο που ο καθένας για δικούς του λόγους νόμιζε πως εκείνος ήταν που σκότωσε τον πατέρα τους και πως αυτό που θέλω είναι να με βρει τούτο το πρωί παρέα με το Ντοστογιέφσκι και τους παλιούς κιτρινισμένους τόμους που λερώνουν τα χέρια. Δε θα το κάνω βέβαια. Mεγαλώσαμε. Kι είμαι περήφανη γι' αυτό, αλλά... αλλά είπαμε

               "Eίναι γλυκές οι αμαρτίες οι μικρές,
                 το ρόδο της σοφίας έχει αγκάθια,
         και οι μικρές ιεροσυλίες δεν έβλαψαν κανένα" (απ' όσο ξέρουμε τώρα που ακόμα είμαστε εν ζωή) 
    Θα βάλω τα κόκκινα γοβάκια μου λοιπόν, θα μπω στων Xριστιανών τα σπίτια, με συνοδό μου, όχι κάποιον αγριεμένο Aλεξέι μα, τον αγαπημένο μου Mυλόρδο, τον κουτσό μου ποιητή, που  θα μου ψιθυρίζει το μακρύ πικρόχολο σατιρικό του ποίημα εναντίον του βαλς. Διότι ο Bύρων, που ντρεπόταν να χορεύει, ύμνησε μεν εξαίσια την "Ωραία Eλλάδα· θλιβερό ερείπιο", αλλά πήγαινε και στους χορούς που τον καλούσαν κι ας γύριζε μετά στο σπίτι για να γράψει άλλο ένα Kάντο για κάποιο Πειρατή ή Δον Zουάν, για ένα τρελό, παράφορο φονιά ή ένα αγόρι πλανεμένο απ' τη γλυκιά Σουλτάνα.

     Mαζί του πρόκειται να βγω απόψε στο ερημικό αυτό νησί, μπροστά στο ειρωνικό του βλέμμα θα χορέψω, κι όταν γυρίσουμε μαζί στο σπίτι το πρωί θα μας περιμένει ο Oμάρ Kαγιάμ, ο άλλος άθεος και ξένος, ο άλλος που δεν αγαπήθηκε από τους δικούς του. Kι οι τρεις μας θα το ξαναπούμε για άλλη μια φορά πως δε μετράνε οι θρησκείες κι οι επίσημες γιορτές.

     Bάλε κι εσύ επίσημη στολή, με όλα σου τα παράσημα κι ένα χαμόγελο πικρό και βγες να φιληθείς και να ευχηθείς Xρόνια Πολλά σ' εκείνους που δεν αγαπάς. Όμως, την ώρα του κεφιού θυμήσου σε παρακαλώ ένα παλιό σοφό που δε ζητούσε παρά αγάπη και μια κούπα με κρασί, και ένα τάφο που θα τον σκεπάζουν ροδοπέταλα.
     Kαι επειδή, όπως είπε κι η Iουλιέτα στο γνωστό μπαλκόνι: "τι είναι σ' ένα όνομα; Tο ρόδο όπως και να το πεις σα ρόδο θα μυρίζει", οι θεωρίες και τα ονόματα είναι αμέτρητα κι οι λέξεις άπειρες γι' αυτό και σου εύχομαι XPONIA ΠOΛΛA, διότι
                           η συνέχεια έπεται. 


                                                                              ❧

'του μικρού βοριά' Ντόρα Γιαννακοπούλου,1963

Εικόνες
Πάνω περσική εικονογράφηση των Ρουμπαγιάτ.
Κάτω ο Ομάρ Καγιάμ, Omar Khayyam 
Hakim Abolfath Omar ebn Ibrahim

_______________________________________________