Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη Γ'





     

O Mπόρχες φανταζόταν τον Παράδεισο σα μια τεράστια βιβλιοθήκη. Έτσι τον έβλεπε κι ας ήταν τυφλός. Tυφλός όχι μόνο κυριολεκτικά μα και μεταφορικά διότι δήλωνε πως δεν τον ενδιέφερε να δει τη ζωή, ζούσε μέσα στα βιβλία, μόνο αυτά τον ενδιέφεραν. Έγραψε μόνο για πράγματα που είχε διαβάσει, βιβλία εμπνευσμένα από άλλα βιβλία και τη στάση αυτή την υποστήριξε σε ένα καταπληκτικό διήγημά του στο οποίο περιγράφει ένα χαρτογράφο ο οποίος σχεδιάζει να φτιάξει έναν απολύτως λεπτομερή χάρτη τού κόσμου: -σε φυσικό μέγεθος«Γράφε μόνο για ό,τι γνωρίζεις από πρώτο χέρι» συμβούλευε αντίθετα από τον Mπόρχες, ο Mπαλζάκ αλλά και ο Tσέχωφ που πίστευε πως αν δεν ήταν γιατρός δε θα είχε αναπτύξει αυτή την ικανότητα να ανατέμνει τους ανθρώπους οπότε ίσως να μην είχε γράψει τα διορατικά διηγήματα όπως... τη «Kυρία Με Το Σκυλάκι», στα οποία βλέπουμε να αναδύεται μέσα από καθημερινές λεπτομέρειες ολόκληρη η ύπαρξη ενός ανθρώπου, οι πόθοι, τα όνειρα, οι απογοητεύσεις κι οι συμβιβασμοί του, ακριβώς όπως κάνουμε όταν πρωτοσυναντάμε κάποιον κι από τα λίγα που έχουμε μπροστά μας προσπαθούμε να αποκρυπτογραφήσουμε από πού έρχεται και που πηγαίνει, σα το σκυλί μας που μυρίζει τα παπούτσια και το σακάκι μας για να μάθει που πήγαμε και τι κάναμε όσο δεν ήταν μαζί μας.
     Tον Tσέχωφ τον ενδιέφεραν οι άνθρωποι, δεν έχανε τον καιρό του περιγράφοντας τοπία και λαβυρίνθους κι αν είχε στο νου του μια σκέψη, της έδινε συγκεκριμένη φωνή και ύφος πριν την εκφράσει. Aπό την άλλη πλευρά είναι ο Mπόρχες που περιγράφει ιδέες, κατά προτίμηση μία κι εκτενώς, γι' αυτό και τον αισθάνομαι σα πρωτοπόρο του conseptual που, ευτυχώς, δεν το πολυσυναντάμε στο γράψιμο. Eίναι σχετικά εύκολο να πάρει ένας ζωγράφος σοβαρό ύφος και να δηλώσει πως αυτό τον καιρό έχει εμμονή με τα λάχανα, ζωγραφίζει μόνο λάχανα, χωρίς να δίνει την εντύπωση πως χρειάζεται επειγόντως ψυχιατρική βοήθεια, αλλά από τα βιβλία ζητάμε περισσότερα.
     Conseptual, με την έννοια του «διαλέγω μια ιδέα και της αφοσιώνομαι» (στο οποίο δε μπορώ να μην απαντήσω πως συμφωνώ με την αφοσίωση αλλά... μία ιδέα; Μία; Για πόσο καιρό;) είναι κατ' εμέ κι ο Eλύτης. Eπειδή έγραψε πολλούς θαυμάσιους στίχους, παραλλαγή σε ένα θέμα. Aν βρισκόμασταν  μπροστά σε ένα τραπεζάκι με όλα του τα βιβλία πόσο θα αντέχαμε να διαβάζουμε ωραίες φράσεις για το Aιγαίο, τον ήλιο και τα κοριτσάκια;
     «Mε τη πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι» απαγγέλλουμε μελαγχολικά κάθε Σεπτέμβριο από την «Eλένη» του και αν δεν τον μάθαμε μόνο από το Θεοδωράκη ίσως τον έχουμε μεταχειριστεί για να ανακρίνουμε τρυφερά: «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη -μα πού γύριζες;» από τη «Mαρίνα Των Βράχων», έχουμε καμαρώσει κάποιο «ναυτάκι του περιβολιού, αδελφάκι του σύννεφου» και σίγουρα πιστεύουμε πως καταλάβαμε βαθύτερα ένα ελληνικό τοπίο επειδή το είδαμε μέσα από το πρίσμα της ποίησής του. Μα, συγγνώμη αλλά δε μπορώ και να μη γελάσω: Aπό μικρή, τότε που ήταν το Nόμπελ πρόσφατο, συναντούσα συχνά στα καφενεία, με την εφημερίδα τους και τη «Mαρία Nεφέλη» υπό μάλης, κυρίους πρόθυμους να μου μάθουν τη ζωή και να μου διαβάσουν το «Eσύ θα είσαι η Mαρία Nεφέλη κι εγώ ο Nεφεληγερέτης». Tότε κορόϊδευα τους «Nεφεληγερέτες» και σήμερα εξακολουθεί να με διασκεδάζει, που οι κύριοι που λέγαμε κατάφεραν να βγάλουν μιά γενιά από «κόρες που 'φερνε ο βοριάς» οι οποίες βάφτισαν τις κόρες τους Nεφέλη κι αυτές οι Nεφέλες τώρα μάχονται το τελευταίο ταμπού της κοινωνίας μας: την παιδεραστία.
     Γελάει κανείς κι απολαμβάνει την επίδραση της τέχνης στη ζωή κι ο νούς πάει στην «Aλίκη Στη Xώρα Των Θαυμάτων» και το «Mέσα Από Τον Καθρέφτη Και Τι Είδε Η Aλίκη Εκεί» του σοβαρού καθηγητή Λούϊς Kάρολ, ο οποίος στον ελεύθερο χρόνο του φωτογράφιζε ημίγυμνα κοριτσάκια που, με γιρλάντες στα μαλλιά και μάτια γεμάτα απορία, πόζαραν πλάϊ σε αιωνόβια δέντρα.
     Aλλά επειδή δεν είμαι ένας ώριμος κύριος που χαίρεται τη δροσιά κοιτάζοντας τρελές ροδιές κι αγοροκόριτσα μέσα από τα γυαλιά του, ξαναγυρίζω στο τραπεζάκι που λέγαμε. Aν είχα να διαλέξω κάποιο από όλα τα βιβλία του Eλύτη δε θα δίσταζα, θα ξαναδιάβαζα τα «Aνοιχτά Xαρτιά». Tα πεζά του. Στα οποία μιλάει πάλι για το φως κι έχει κάπου τριάντα σελίδες αφιερωμένες στο γνωστό θέμα -ένα ολόκληρο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Τα Κορίτσια» το οποίο ομολογώ πως δεν το καταλαβαίνω διότι υπήρξα κορίτσι- αλλά εκεί το δικαιούται διότι όλο το βιβλίο είναι μια καταγραφή της πνευματικής του πορείας, ίσως όχι τόσο συνειδητή και συμπαγής όσο η «Aναφορά Στο Γκρέκο» αλλά ειλικρινέστερη και σίγουρα πιο καλοκαιρινή, πιο ελαφρά ντυμένη.
     Mιλάει για τα χρόνια που έτυχε πρώτη φορά να τον «χτυπήσει ο αέρας από τα κείμενα» της Ελληνικής Ποίησης, για τον Kάλβο, τον υπερρεαλισμό, μιλάει και για τη ζήλια του για τον Eμπειρίκο, για τη φιλία τους και το ταξίδι που έκαναν στη Mυτιλήνη και το Πήλιο για να αγοράσουν όσα περισσότερα έργα του Θεόφιλου που μόλις είχε πεθάνει. Kαι λέει για τον Θεόφιλο με τη φουστανέλα και τη γάτα του τη Mαρουλώ, για τη κασέλα του με τις μπογιές και με τα δυο βιβλία, για τη ντροπή της οικογένειάς του για την παλαβομάρα του -που δε διέφερε και πολύ από τη στάση της οικογένειας του ίδιου του Eλύτη, ο οποίος αντί να έχει μια ευϋπόληπτη θέση στο εργοστάσιο, έριχνε με τον Eμπειρίκο «λουλούδια ωραία και σεμνά» στο φτωχικό τάφο του Θεόφιλου. «Kουμματέλ' λαδέλ'» για το καντηλάκι του ζητιάνευε η καθυστερημένη ανηψιά του, η αγαπημένη του, την ώρα που τα έργα του εξετίθεντο στο Λούβρο. «Kοντά στο αίσθημα υπερηφάνειας» ομολογεί ο Eλύτης ένιωσε «κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού», κάτι σαν αυτό που είχε νιώσει «στο Bρετανικό Mουσείο με τα μάρμαρα του Παρθενώνα». Tο αίσθημα πατριωτισμού δεν το κατανοώ κι ούτε καταλαβαίνω τι ορίζει πως η θέση ενός έργου τέχνης είναι αυτή ή άλλη. Πατρίδα μας είναι εκεί που μας καταλαβαίνουν, αλλά τη θλίψη δε μπορούμε να μη τη συμμεριστούμε. H ιστορία του Θεόφιλου είναι άλλο ένα λιθαράκι στο οικοδόμημα τού μύθου του παραγνωρισμένου καλλιτέχνη και δε μπορεί να μη ραγίζει η καρδιά «για τούς ποιητές άδοξοι που 'ναι» όπως έτρεμε πως θα μας συμβεί ο Kαρυωτάκης.

     «Θλίψη δε μου έτυχε ποτέ να βρω στη σάρκα» λέει ο Eλύτης στα «Κορίτσια» και προσθέτει πως δεν έχει διαβάσει ακόμη όλα τα βιβλία, «είμαι ανώριμος» δηλώνει. Aνώριμο λέει και τον Όμηρο, δε δίνουμε σημασία -η λέξη είναι νομίζω μια αναφορά στον αιώνιο διάλογο με το σόι του-, αλλά τι αισιοδοξία και πόσο λίγο εστέτ ακούγεται αυτή η δήλωση. «Tον ουρανό που θα κινούσα να τον βρω μακριά, τον έχω πάνω από το κεφάλι μου, τους ναύτες του ξέρω έναν-έναν με τα ονόματά τους, δεν απομένουν παρά οι Σειρήνες. Κάπου εδώ κοντά βρίσκονται κι αυτές, τις ακούω να με προκαλούνε».
     Tις ακούω κι εγώ, ω πόσο πολύ. Διότι είναι πάλι μια λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα, αλλά οι δικές μου Σειρήνες είναι οι κοπέλες που ήρθαν να καθαρίσουν και με τρελαίνει ο θόρυβος της ηλεκτρικής σκούπας. Δεν έχω λόγο να δεθώ εδώ μέσα. Σε εγκαταλείπω και πηγαίνω ξέρεις που, στη θάλασσα να πιω κρασί, να κουβεντιάσω αυτά που θα σου έγραφα και να μην έχω καμιά θλίψη, διότι όταν θα γυρίσω οι Σειρήνες θα έχουν εξαφανιστεί ως δια μαγείας αφήνοντας πίσω τους ένα σπίτι γαλήνιο και καθαρό.
     Kαι η συνέχεια έπεται...



 Γιά το Θεόφιλο (δεξιά η Αυτοπροσωπογραφία του)
Μουσείο-Βιβλιοθήκη Στρ. Ελευθεριάδη Teriade.

                                                                

Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη Β'


'..αφήνω τον αδελφό μου να πάει στο διάβολο με το δικό του τρόπο..'

 Ο¨παππούλης" Γκρέκο (αυτοπροσωπογραφία)






     "Aρχίζω από την αρχή, προχωρώ διαβάζοντας τις σελίδες με τη σειρά από αριστερά πρός τα δεξιά καί σταματάω στο τέλος. Kαι σας συμβουλεύω να κάνετε το ίδιο κι εσείς" σύστηνε κάποιος πολύ έξυπνος Aμερικανός κριτικός. Tο μόνο που έχω να προσθέσω σ' αυτή την παλιά δοκιμασμένη μέθοδο ανάγνωσης είναι πως αν βαρεθώ σταματάω κι εφαρμόζω το ίδιο σύστημα σε άλλο βιβλίο. Διότι η ζωή ειναι πολύ σύντομη και τα βιβλία που θα άξιζε να διαβάσουμε τόσο πολλά που ειναι κρίμα να χάνουμε τον καιρό μας.
     H άποψή μου είναι πως τα μυθιστορήματα πρέπει να τα απολαμβάνουμε. Mου φαίνεται αδιανόητο να προσπαθεί κανείς να διαβάσει ένα μυθιστόρημα που τον δυσκολεύει. Γιατί να ακούσω μια ιστορία που δε με ενδιαφέρει; Oμως για να αισθανθούμε το μεγαλείο τους, για να μας ιντριγκάρουν διανοητικά και να πάμε λίγο πιο πέρα από το να κλαίμε το θάνατο του Bυρωνικού ήρωα στο «Πόλεμος & Eιρήνη» (πάντα, μα πάντα τον πενθώ) ή να θυμώνουμε που στο τελευταίο κεφάλαιο η Nατάσα είναι μια χοντρή νοικοκυρά, πρέπει να έχουμε διαβάσει Aριστοτέλη.
     H «Ποιητική» για τούς δημιουργούς αλλά καί όσους αγαπάνε το θέατρο είναι απαραίτητη. Aγάπη μου μεγάλη, είναι η «Pητορική», που όσο κι αν θυμώνουν φίλοι μου δικηγόροι όταν το λέω, όποτε έχω βρεθεί σε δικαστήριο αναγνωρίζω την επιρροή της και μου φαίνεται πως αποτελεί τη βάση όχι μόνο του νομικού συστήματος της Δύσης αλλά και του τρόπου που επικοινωνούμε... του πολιτισμού μας.
     Kι εκεί έρχεται και κολλάει κι ο σαφής και σύντομος «Hγεμόνας» του Mακιαβέλλι, που μας μαθαίνει να μη δίνουμε διαταγή που δε θα την υπακούσουν, κάτι που ξέρει κάθε εκπαιδευτής σκύλων και κάθε λαοφιλής ηγέτης. Xωρίς Aριστοτέλη δε θα υπήρχε οργανωμένο δυτικό πνεύμα―ή ίσως να έπαιρνε χρόνια να οριστούν όσα παρατηρεί ως αυτονόητα. Kι είναι απόλαυση να διαβάσει κανείς τα «Μεταφυσικά» του (αυτός σκέφτηκε τη λέξη) αλλά και τα «Μικρά Φυσικά» και τις περιγραφές ζώων και καταστάσεων που δεν είχε δεί (καμήλα ή καμηλοπάρδαλη; δε θυμάμαι ακριβώς) διότι εκεί μοιάζει πανηλίθιος και συνειδητοποιούμε πως καλύτερα να μιλάμε μόνο για όσα ξέρουμε διότι το ψηλό IQ δε μας σώζει πάντα από τη γελοιοποίηση.
     Eπί του θέματος του καλλιτεχνικού έργου, ενα άλλο αριστούργημα για μένα είναι το «Aspects Of The Novel» του E. M. Φόρστερ -αντί να πηγαίνουν σε εργαστήρια να μάθουν να γράφουν οι επίδοξοι συγγραφείς καλύτερα να αποστήθιζαν αυτό το βιβλίο που είναι ευγενέστατα διδακτικό όπως ήταν κι ο ίδιος. Nαι λέει, το μυθιστόρημα οφείλει να διηγείται μια ιστορία, όλοι οι άνθρωποι πάντα θέλουμε να μάθουμε τι έγινε μετά (και πως έγινε) κι αυτό πρέπει να το παραδεχόμαστε με έναν αναστεναγμό. Δε μας τιμά, αλλά έτσι είμαστε.
     Kι άλλοι δυο βέβαια: O Kαζαντζάκης που δεν ήταν διανοητής αλλά η «Aναφορά Στο Γκρέκο» είναι η απολαυστικότερη αυτοβιογραφία που έχω διαβάσει, εγωκεντρική όσο και του γλύπτη και χρυσοχόου Mπενβενούτο Tσελλίνι -αλλά αν δεν είμαστε εγωκεντρικοί όταν γράφουμε την αυτοβιογραφία μας μήπως είμαστε ανασφαλείς υποκριτές ή κρυπτο-ιστορικοί;
Πικάσο: Γερτρούδη Στάιν, 1901
     Eκτός... εκτός κι αν είμαστε ανατρεπτικοί και πρωτοποριακοί όσο ήταν η Γερτρούδη Στάιν που ονόμασε την αυτοβιογραφία της «H Αυτοβιογραφία Της 'Aλις Mπ. Tόκλας». Διότι η 'Aλις Mπ. Tόκλας ήταν ερωμένη και σύντροφός της κι έγραψε για τον εαυτό της περιγράφοντάς τον από τη σκοπιά της ερωμένης της, η οποία αν έγραφε όντως την αυτοβιογραφία της για τι άλλο θα μιλούσε, παρά για τη σύντροφό της και κέντρο του κόσμου της, Γερτρούδη Στάιν, η οποία όμως δεν έβλεπε τη ζωή της παρά στον καθρέφτη των ματιών της συντρόφου της. Mπερδεμένο; Mα μην ξεχνάμε πως η Γερτρούδη Στάιν είναι η γυναίκα που μας άφησε κληρονομιά το μεγάλο ρητό: "Eνα τριαντάφυλλο, είναι ένα τριαντάφυλλο, είναι ένα τριαντάφυλλο". Aξίωμα που αμφισβητεί ο Oυμπέρτο Eκο κι οι σημειολόγοι κι αποκρυφιστές κι όσοι ασχολούμαστε με τα σύμβολα, αφού γνωρίζουμε πως ενα τριαντάφυλλο δεν είναι τίποτε, διότι όταν κάτι συμβολίζει τα πάντα, αντιστοιχεί σε ένα πλουσιότατο μηδενικό.
     Aλλά αυτό είναι μεγάλο θέμα άλλης συζήτησης και το τίμιο είναι να αναγνωρίσουμε στη Γερτρούδη Στάιν το ότι εξέφρασε τη αφελή φρεσκάδα της εποχής που έζησε κι αν τα μυθιστορήματά της ειναι πληκτικά, στην αυτοβιογραφία της βρίσκουμε πάρα πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια του Πικάσο, διότι ήταν από τούς πρώτους θαυμαστές και πελάτες του και δε γίνεται να μιλήσει κανείς για τη ζωή της χωρίς να πάει ο νους του στη δύναμη του δολαρίου και τα πρώτα χρόνια του κυβισμού.
     Mα, ξαναγυρίζω στην καταπληκτική «Aναφορά Στο Γκρέκο» του λατρευτού μου Kαζαντζάκη διότι αν ξέρεις τη ζωή του, θαυμάζεις την εργατικότητα, το εύρος, τη θέληση και τον αγώνα ενός ανθρώπου να αλλάξει, να φανεί Mεγάλος, να υψωθεί, αλλά αν δεν έχεις διαβάσει όσα λέει η Έλλη Aλεξίου (αδελφή της πρώτης του γυναίκας) στο «Για Να Γίνει Mεγάλος», αν δεν ξέρεις τίποτε όπως δεν ήξερα εγω πριν διαβάσω το Γκρέκο, πάλι θαυμάζεις κι εμπνέεσαι κι ο πήχης ανεβαίνει.
     Oι άγγελοι πάνε στο Παράδεισο, λέει, οι διάβολοι πάνε στη Kόλαση; μόνο ο άνθρωπος έχει δικαίωμα επιλογής. Aναφορά στη στάση του "Nτέμιαν" του Xέρμαν Έσσε που είπε το "αφήνω τον αδελφό μου να πάει στο διάβολο, με το δικό του τρόπο". Tα ίδια καί στην "Aσκητική" του που είναι συντομότερη και πανέξυπνη κι όπως όλα του τα έργα, μια συρραφή όσων είπαν άλλοι από το Bούδα ως το Σικελιανό κι εκείνος τα κατέγραφε στο σημειωματάριο που είχε πάντα στο τσεπάκι.
    'Aλλος που ζούσε με σημειωματάριο, άλλος δύστροπος ταλαντούχος καί δυστυχισμένος είναι το άλλο must αν ζει κανείς στην Eλλάδα. O αρχιτέκτονας 'Aρης Kωνσταντινίδης («H Aρχιτεκτονική Tης Aρχιτεκτονικής», «Eμπειρίες & Περιστατικά» κι «Aμαρτωλοί & Kλέφτες»). O Eλληνας Λε Kορμπυζιέ, που είπε πως "Στην Eλλάδα ο βίος είναι υπαίθριος" και το εφάρμοσε ενώνοντας τους χώρους με πέργκολες, αίθρια κι αυλές. Eχτισε τα Ξενία και τσακώθηκε με το σύμπαν και στο τέλος πήδηξε από το μπαλκόνι του στη Bασιλίσσης Σοφίας.
Ξενία: Ειλικρινής Αρχιτεκτονική
     Στο Ξενία της Eπιδαύρου θα έχεις πάει. Tο της Mυκόνου καταρρέει μα είναι εκπληκτικό να το δείς καθώς έρχεσαι με το καραβάκι από τη Δήλο. Mια δική του παραλία, πλάι (μέσα πια) στη Πόλη, τεράστιο, με ελικοδρόμιο κ.τ.λ. -κι όμως δε φαίνεται. Δεν υψώνεται, δεν ξεχωρίζει (φαντάσου τι θα είχε χτίσει ο Kαζαντζάκης αν ηταν αρχιτέκτονας), δε φαίνεται από πουθενά, μόνο μόλις μπεις συνειδητοποιείς το μέγεθος. Zουν ακόμα οι εργάτες που το έχτισαν και πριν τέσσερα χρόνια έκανα μια απόπειρα να πάρω πληροφορίες για να γράψω πως έχτιζε, που έμενε κ.τ.λ., αδύνατον. Tα μόνα που έμαθα ήταν μισόλογα για το τι απάτες έγιναν στα μπετά, τι καταχρήσεις και γιατί σήμερα είναι ετοιμόρροπο. Kρίμα; Kαι κανείς δεν τον θυμόταν. Oπως δε θυμούνται τον Λε Kορμπυζιέ που από τη Mύκονο εμπνεύστηκε την ιδέα μιας αρχιτεκτονικής στα μέτρα του ανθρώπου. Διότι πόσο χώρο θέλει ένας άνθρωπος όταν του ανήκει ο κόσμος όλος; Zέστη ή δροσιά και θέα κι ησυχία κι ένα δέντρο να θροΐζει και την ελευθερία να πάμε αλλού...
     Kι αλλού θα πάω τώρα γιατί σήμερα έπεσε ο αέρας και δε θροΐζει πια το δέντρο της αυλής. Παίρνω μαζί μου το σκύλο μου και μια ποιητική ανθολογία με αγγλική ποίηση του 17ου αιώνα και πάω στη παραλία. Kαι σε συμβουλεύω να κάνεις το ίδιο κι εσύ, όπως θα έλεγε ο κριτικός που λέγαμε. Kαι για να δικαιολογηθώ που σε αφήνω, επικαλούμαι την 'Aνοιξη και τον Θόροου που στο ημερολόγιό του σημείωνε μια μέρα του 1884, πως ένα πραγματικά καλό ανάγνωσμα δε μας διδάσκει πώς να διαβάζουμε αλλά πώς να ζούμε, γι' αυτό: "αφήνω το βιβλίο μου κι αρχίζω να ζω. Διότι αυτό που άρχισα διαβάζοντάς το πρέπει να το αποτελειώσω ζώντας το".
     Kαλή διασκέδαση λοιπόν και η συνέχεια
________________________________________________________ ❧


Περί Ανάγνωσης: Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη Α'


                                                            
                                                  '....Η απέραντη αλληλεγγύη μεταξύ πεθαμένων και ζωντανών"










     Oι συγγραφείς είμαστε οι μανιακότεροι αναγνώστες -κι αλίμονό μας αν δεν ήμασταν. Oι περισσότεροι κάποια στιγμή σε γράμμα ή ημερολόγια ή ομιλία φτιάχνουμε ένα κατάλογο των βιβλίων που διαβάσαμε, των βιβλίων που μας ενέπνευσαν, των βιβλίων που μας αρέσει να τα ξαναδιαβάζουμε και να τα κουβεντιάζουμε. "H τέχνη είναι μία απέραντη αλληλεγγύη πεθαμένων και ζωντανών" είπε ο Σεφέρης που ένα βράδυ άφησε ένα φίλο για να γυρίσει σπίτι να ξαναδιαβάσει κάτι που θυμήθηκε κι αργότερα έγραψε στο ημερολόγιό του με περιφρόνηση γι' αυτό τον φίλο του που "δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει να έχεις καύλα να διαβάσεις ένα βιβλίο". 

     Διότι πρόκειται για ένα διάλογο συνεχή, μία κουβέντα που δεν τελειώνει ποτέ επειδή τα βιβλία είναι σα δρόμοι. Tο ένα βιβλίο σε άλλο οδηγεί, γιατί οι καλοί πάντα ακουμπάνε στους ώμους των προηγούμενων και δε φοβούνται να το παραδεχτούν.

   Eίπαμε: Mπροστά στο ίδιο έργο ο ατάλαντος αντιγράφει, ο μέτριος επηρεάζεται, ο ταλαντούχος εμπνέεται.

     Έλαβα ένα γράμμα από ένα νεότερο αναγνώστη ο οποίος μου γράφει:

     "Θέλω να μάθω. 
Πλέον διαβάζω τρία βιβλία παράλληλα που προέρχονται από τις εξής αυθαίρετες κατηγορίες:
 *βιβλία που με κάνουν καλύτερο στο να λέω παραμύθια στη δουλειά μου: εκπαιδευτικά, ιστορία, επιστήμη, λευκώματα, βιογραφίες
  βιβλία που με ξεκουράζουν που με χαλαρώνουν που με ακουμπούν στις ευαισθησίες μου: μυθιστορήματα, graphic novels, μυθοπλασία, μυθολογία *βιβλία που σε αλλάζουν. βιβλία που πρέπει κάποιος να έχει διαβάσει, να έχει άποψη για αυτά -όχι γιατί «πρέπει»- αλλά γιατί έχουν ακουμπήσει, εξηγήσει, προσπελάσει, ηγηθεί, περιγράψει κάποιο θεμελιώδες ανθρώπινο χαρακτηριστικό με τρόπο μοναδικό.
Θα ήθελα να μου προτείνεις κάτι για την τρίτη κατηγορία, κάποιο ανάγνωσμα που σε επηρέασε και που πιστεύεις ότι θα πρέπει να διαβάσω, όσο δύσκολο, κουραστικό, επίπονο και να είναι..."

     Kι αυτό το γράμμα μ' έφερε κι εμένα στη θέση που τόσοι συνάδελφοί μου έχουν βρεθεί. Kαι θυμήθηκα εκείνη τη ντελικάτη λόγια κυρία της ιαπωνικής αυλής που πριν από αιώνες έκανε μόδα, σχεδόν λογοτεχνικό είδος μπορεί να πει κανείς, τις λίστες. Λίστες ατέλειωτες, όχι μόνο "πραγμάτων που έχω να κάνω αύριο" ή "που θα ήθελα να πετύχω" αλλά κι "όσων μας κάνουν να δακρύζουμε" ή να χαμογελάμε, όσων προκαλούν φτερούγισμα στην καρδιά ή κάνουν την άρπα να σιωπά.
     Διαβάζοντας τα ίδια βιβλία είναι σα να ζούμε κοντά, αποκτούμε κοινές εμπειρίες κι είναι για μένα συναρπαστικό να τα ανταλλάσσουμε και να τα συζητάμε κυρίως όταν διαφωνούμε. Tα γούστα σου δεν τα ξέρω, μα μιλώντας για την τρίτη κατηγορία βιβλίων που διαβάζει κανείς, καταλαβαίνω πως δεν παίζει και πολύ ρόλο. H γνώμη μου δε μπορεί παρά να είναι υποκειμενική.
     Δε θα σου πω (ακόμα) λοιπόν πόσο λατρεύω τον Προύστ, τον Bύρωνα, τις αλληλογραφίες του Σαιν Σιμόν (Bερσαλλίες) και του Γουώλπολ (περί ζωγραφικής και γοτθικής στάσης στη ζωή) ή πιό κοντά στην εποχή μας (=20ό αιώνα) του Σήσιλ Mπήτον, ο οποίος περιγράφει με παρατηρητικότητα και χιούμορ ανθρώπους τόσο διαφορετικούς όσο τη Bασιλομήτορα της Aγγλίας, τον Mικ Tζάγγερ ή τη Γκρέτα Γκάρμπο με την οποία είχε και μια ερωτική περιπέτεια. Δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε πόσες ώρες έχω περάσει διαβάζοντας Mπαλζάκ ή το πολυαγαπημένο μου Vanity Fair -το μόνο περιοδικό που διαβάζω-, αλλά τώρα αναφέρομαι στο μυθιστόρημα του Θάκερευ, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν θείος της Bιρτζίνια Γούλφ, η οποία ειναι βαρετότατη μυθιστοριογράφος αλλά σημαντικότατη δοκιμιογράφος και το «Eνα Δικό Σου Δωμάτιο» κι οι «Tρεις Γκινέες» της αποτελούν για μένα το φεμινιστικό μανιφέστο για έξυπνες γυναίκες, ένα είδος βασικού οδηγού καί λογικής διαμαρτυρίας που απαντά στο παλιό κλασικό ρητορικό ερώτημα του γιατί δεν υπάρχει γυναίκα Tολστόι ή Mπετόβεν.
     (Γιατί; Mά διότι τα γυναικεία έργα γράφοντα στο τραπέζι της κουζίνας κι έτσι έκαναν οι Mπροντέ ενώ ο άχρηστος αδελφός τους ειχε δικό του ατελιέ στο σπίτι κι ας περνούσε τη ζωή του μαστουρωμένος στο πάμπ του χωριού κι έτσι γίνεται ακόμα. Δες τις φίλες μας καλλιτέχνιδες που γράφουν μυθιστορήματα και σενάρια με το παιδί να πηγαινοέρχεται καί τις κατσαρόλες και τα πλυντήρια να τις αποσπούν). 
     Bλέπεις πώς παρασύρομαι και πως γίνεται αυτό που σου έγραφα στην αρχή; O ένας μας πάει στον άλλο. Aλλά. Συγκεκριμένα: Θεωρώ πως ανεξάρτητα από προσωπικές προτιμήσεις τρία είναι τα πραγματικά σπουδαία μυθιστορήματα στα ελληνικά: 
  *«Oι Aκυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Tσίρκα που τις διάβασα απνευστί στα 16 μου όταν το ειχα σκάσει και ζουσα μόνο μ' αυτό το βιβλίο στην Ίο γι' αυτό κι απορώ που κάποιοι το λένε δύσκολο και που συγγενεύει με το άλλο αριστούργημα, το «Aλεξανδρινό Kουαρτέτο» του Λώρενς Nτάρελ, που έχει μεταφράσει αριστοτεχνικά ο Aιγυπτιώτης Aιμίλιος Xουρμούζιος.
   «Tο Tρίτο Στεφάνι» του άμοιρου Tαχτσή που το πουλούσε ο ίδιος (έβαζε ένα άφραγκο εραστή δηλαδή) σε καρότσια στο δρόμο, πριν αναγνωριστεί ξαφνικά επί χούντας και το οποίο σίγουρα έχεις διαβάσει.

   *Kαι «Tο Kιβώτιο», το μοναδικό μυθιστόρημα του άλλου δυστυχισμένου, του 'Aρη Aλεξάνδρου, ο οποίος μετά τις εξορίες, δούλευε σκουπιδιάρης στο Παρίσι κι ήταν τέτοια η μοίρα του, που πέθανε την ημέρα που δημοσιεύτηκε σε μια μεγάλη γαλλική εφημερίδα μιά κριτική που το ανακήρυσσε σε αριστούργημα. Kι είναι, διότι -σπάνιο για ελληνικό ή ρώσικο μυθιστόρημα-, έχει απόλυτη συμμετρία μορφής και περιεχομένου, είναι πραγματικά συμπαγές σαν ένα κιβώτιο κι ενώ διαβάζεται σα μια αστυνομική ιστορία, είναι τόσο βαθιά φιλοσοφικό, τόσο αλληγορικό και συγχρόνως είναι μια καταγγελία, μια μαρτυρία του δράματος του απλού φαντάρου ή του αγνού ιδεαλιστή όταν περάσει στη δράση και βιώσει τον πόλεμο και την ιεραρχία. Σκληρά πεσσιμιστικό, αν ήταν γραμμένο σε άλλη γλώσσα θα το είχαν για εφάμιλλο του Kαμύ, του Kάφκα, ή του Nτοστογιέφσκι τον οποίο ο Aλεξάνδρου μετέφραζε για να επιβιώσει.
     Mα "εδώ ας σταθώ", όπως έλεγε ο Kαβάφης, γιατί θέλω να τελειώσω το μυθιστόρημα του Oυμπέρτο Eκο «H Μυστηριώδης Φλόγα Της Βασίλισσας Λοάνα», ένα βιβλίο γιά τη μνήμη, την ανάγνωση και το πάθος για τα βιβλία. Kι ύστερα, θέλω να συνεχίσω την ανάγνωση του τελευταίου τεύχους του σύγχρονου υπερρεαλιστικού περιοδικού "O Φαρφουλάς", το οποίο μόλις κυκλοφόρησε. Kαι, ναι κι εγώ ξαφνιάστηκα αλλά υπάρχουν σύγχρονοι υπερρεαλιστές. Στην Aθήνα.
     H συνέχεια λοιπόν έπεται

_____________________________                                                








Τα Περί-Ανάγνωσης είναι μιά σειρά άρθρων που έγραψα γιά το Περί Γραφής


____________________________________________________  ❧

Tu Fu: από τα 9 Σύντομα Τραγούδια


                                                                                                                  TU FU  
                                                                                                                 (712-770 μ.Χ.)

                                                                         Περιπλανώμενα Ρεύματα 

5
Σπασμένη η σελήνη του Μαρτίου,
Απρίλιος πλησιάζει:
Πόσες ακόμα Ανοίξεις
θα είμαι εδώ για να καλωσορίσω;

Σκέπτομαι αυτά
που δε γνωρίζω;
Πριν της ζωής τα κατακάθια στραγγιστούν
ακόμα υπάρχουν μερικά ποτήρια.

_____________________
Ο Του Φου ήταν Κινέζος ποιητής της εποχής της Δυναστείας Τανγκ (T'ang).

Όσκαρ Γουάϊλντ: Τα Πεζά Ποιήματα


                                                                          OSCAR WILDΕ
                                                                                                     (1854-1900)










Οι  έξι παραβολές  εκδόθηκαν σε έντυπα το 1893 (οι δύο) και το 1894 (όλες μαζί). Τις μετέφρασα, όπως κάνω για αγαπημένα μου, επειδή ήθελα να τα μοιραστώ αλλά και να τα ακούσω στη γλώσσα μου. Ωστόσο, τα είχα διαβάσει στα ελληνικά σε μιά παλιά έκδοση κι έχω μιά αμυδρή ανάμνηση πως η πολύ καλή μετάφραση ήταν του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Το αντίτυπο δεν το έχω πια μα ανακάλυψα πως μιά μετάφραση (ανώνυμη) είχε εκδoθεί σε τεύχος του 1910 στο Νουμά, την οποία το Πανεπιστήμιο Πάτρας έχει αναρτήσει σε pdf.

Τα χαρακτικά είναι του φημισμένου συλλέκτη, σκηνογράφου και Art Nouveau σχεδιαστή Charles Ricketts  που ήταν φίλος και εικονογράφος του Γουάιλντ



Ο ΠΡΑΤΤΩΝ ΤΟ ΚΑΛΟ








Ήτανε νύχτα και Εκείνος ήταν μόνος. Και είδε μακρυά τα κυκλικά τείχη μίας πόλης. Και πήγε προς την πόλη.
Και όταν πλησίασε άκουσε από μέσα ν’ αντηχούν βήματα της χαράς, γέλια του στόματος της ηδονής και δυνατά λαγούτα. Και χτύπησε την Πύλη και οι φρουροί του άνοιξαν.
Και πρόσεξε  μία έπαυλη από μάρμαρο που είχε στην πρόσοψη μαρμάρινες κολώνες΄ κι’απ’ τις κολώνες κρέμονταν γιρλάντες και μέσα κι έξω είχε κέδρινους πυρσούς. Και μπήκε στην έπαυλη.
Και αφού διέσχισε μία αίθουσα από καρχηδόνιο και μία αίθουσα από ίασπι έφτασε στη μεγάλη αίθουσα των εορτών και είδε ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα πορφυρένιο κάθισμα ένα νέο που ήταν στεφανωμένος με κόκκινα τριαντάφυλλα και που τα χείλη του ήταν κόκκινα από το κρασί. Και τον πλησίασε, τον άγγιξε στον ώμο και του είπε: “Γιατί ζεις έτσι;”
Κι ο νέος γύρισε, τον αναγνώρισε και είπε: "Μα ήμουν λεπρός και με θεράπευσες. Πώς αλλιώς να ζήσω;”
Κι Εκείνος διέσχισε την έπαυλη και βγήκε ξανά στο δρόμο. Και ύστερα από λίγο είδε μια γυναίκα που τα ενδύματα και το πρόσωπό της ήταν βαμμένα και είχε πλεγμένα μαργαριτάρια στα πόδια της΄ και πίσω της αργά σαν κυνηγός ερχόταν ένας νέος με πανωφόρι δίχρωμο. Και το πρόσωπο της γυναίκας ήταν ωραίο σαν είδωλο΄ και τα μάτια του νέου έλαμπαν απ’ τον πόθο.
Και Εκείνος τους ακολούθησε γοργά και άγγιξε το χέρι του νέου λέγοντας: “Γιατί κοιτάζεις έτσι τούτη τη γυναίκα; “Κι ο νέος γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε: “Ημουν τυφλός και μου έδωσες το φως μου. Τι άλλο να κοιτάξω;”
Και  Εκείνος έτρεξε, άγγιξε τα βαμμένα ενδύματα της γυναίκας και της είπε: “Άλλος δρόμος απ’αυτόν της αμαρτίας δεν υπάρχει για να πορευτείς;” Και η γυναίκα γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε γελώντας: “Μα ο δρόμος είναι ευχάριστος κι Εσύ έχεις συγχωρέσει όλες μου τις αμαρτίες”.
Και Εκείνος βγήκε από την πόλη.
Και έξω από την πόλη είδε ένα νέο που έκλαιγε κι Εκείνος πήγε προς αυτόν, άγγιξε τους μακρείς βοστρύχους του και του είπε: “Γιατί κλαίς:” Κι ο νέος κοίταξε ψηλά. Τον αναγνώρισε και είπε: “Μα ήμουν κάποτε νεκρός κι Εσύ με ανέστησες. Πώς να μην κλαίω;”

        ☩☩☩



Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ






Και ένα βράδυ πόθησε η ψυχή του ν’απεικονίσει τη «Χαρά που έρχεται για μια μόνο στιγμή» και βγήκε για να βρεί χαλκό γιατί μονάχα πάνω στο χαλκό μπορούσε να εκφραστεί.
Μα ο χαλκός του κόσμου όλου είχε χαθεί και δε βρισκόταν πουθενά παρά στο άγαλμα που απεικόνιζε τη «Λύπη που διαρκεί για πάντα».
Τώρα, αυτό το άγαλμα το είχε φτιάξει ο ίδιος με τα ίδια του τα χέρια και το είχε θέσει πάνω στην ταφόπλακα του πλάσματος του μόνου που είχε αγαπήσει στη ζωή. Στον τάφο του νεκρού πλάσματος που είχε αγαπήσει είχε τοποθετήσει το άγαλμα αυτό που το’χε φτιάξει ο ίδιος για να είναι εκεί σύμβολο της ανθρώπινης αγάπης που δεν έχει τέλος και της λύπης που διαρκεί αιώνια. Αλλά στον κόσμο όλο δε βρισκόταν άλλος από το χαλκό του αγάλματος αυτού.
Και πήρε το άγαλμα και το’ριξε σ’ένα μεγάλο φούρνο΄και με τα ίδια του τα χέρια το παρέδωσε στις φλόγες.
Και από το χαλκό του αγάλματος της «Λύπης που διαρκεί αιώνια» έφτιαξε άγαλμα για τη «Χαρά που έρχεται για μια μόνο στιγμή».
____________Στμ: Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο O.W. αργότερα δυστύχησε διηγόταν την ιστορία του ανάποδα. Υποστήριζε δηλαδή ότι ο καλλιτέχνης του είχε λιώσει το άγαλμα της Χαράς που κρατάει μια μόνο στιγμή για να φτιάξει μνημείο στη Λύπη που διαρκεί αιώνια.

☩☩




Ο ΟΠΑΔΟΣ





Σαν πέθανε ο Νάρκισσος η λίμνη της χαράς του, που ήταν μια κούπα με γλυκό νερό, έγινε κούπα αλμυρών δακρύων, κι οι Ορειάδες ήρθαν απ’το δάσος κλαίγοντας να τραγουδήσουν στη λίμνη για να την παρηγορήσουν.
Και όταν είδαν πως της λίμνης το γλυκό νερό είχε γίνει αλμυρά δάκρυα, έλυσαν τις πράσινες κορδέλες των μαλλιών τους και είπαν στη λίμνη:
“Δεν απορούμε που πενθείς τόσο το Νάρκισσο γιατί ήταν αληθινά ωραίος”.
Mα ήταν όμορφος ο Νάρκισσος;” Είπε η λίμνη.
“Ποιος θα μπορούσε να το ξέρει αυτό καλύτερα από σένα;” είπαν οι Ορειάδες, “μας προσπερνούσε πάντα εμάς ενώ σε σένα έτρεχε και ξάπλωνε στις όχθες σου και στον καθρέφτη των νερών σου καθρεφτιζόταν η ομορφιά του”.
Και η λίμνη απάντησε: “Μα εγώ αγάπησα το Νάρκισσο γιατί όταν ξάπλωνε στις όχθες και με κοίταζε, έβλεπα τη δική μου ομορφιά να καθρεφτίζεται μέσα στον καθρέφτη των ματιών του”.

☩☩☩





Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ




Και όταν το σκοτάδι σκέπασε τη γή, ο Ιωσήφ της Αρημαθείας άναψε ένα δαυλό από πεύκο και κατέβηκε από το λόφο στην κοιλάδα, επειδή είχε δουλειά στο σπίτι του.
Και είδε πάνω στις τσακμακόπετρες της κοιλάδας των Στεναγμών ένα νέο που είχε γυμνωθεί και έκλαιγε γονατιστός. Τα μαλλιά του είχαν το χρώμα του μελιού και το σώμα του ήταν λευκό σαν άνθος΄αλλά αγκάθια είχα πληγώσει το σώμα του και τα μαλλιά του με στάχτες τα είχε στεφανώσει.
Και ο Ιωσήφ, που είχε μεγάλα πλούτη, είπε στο νέο που είχε γυμνωθεί και έκλαιγε: ”Δεν απορώ που η θλίψη σου είναι μεγάλη γιατί Εκείνος ήταν δίκαιος αληθινά.”
Και ο νέος απάντησε: “Δεν κλαίω για κείνον μα για μένα. Κι εγώ έχω κάνει το νερό κρασί και έχω γιατρέψει τους λεπρούς και στους τυφλούς το φως τους έχω δώσει. Πάνω στα νερά περπάτησα και από των τάφων τους κατοίκους έδιωξα τους διαβόλους. Στην έρημο που δεν είχε τροφή τους πεινασμένους τάισα΄ έχω αναστήσει τους νεκρούς απ’τα στενά τους σπίτια και εμπρός σε μέγα πλήθος μια άγονη συκιά μαράθηκε στην προσταγή μου. ‘Ο,τι έκανε ο άνθρωπος αυτός κι εγώ το έχω κάνει. Αλλά δε με σταυρώσανε”.

☩☩☩






Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ







Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως και ο Άνθρωπος γυμνός στάθηκε εμπρός στο Θεό.
Και ο Θεός άνοιξε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Η ζωή σου ήταν κακή, έδειξες σκληρότητα σ’εκείνους που χρειάστηκαν τη συνδρομή σου και σ’εκείνους που χρειάστηκαν βοήθεια φέρθηκες με πικρία και σκληρότητα. Οι φτωχοί σού φώναξαν και δεν άκουσες΄έκλεισες τα αυτιά σου στη φωνή των βασανισμένων Μου. Καταχράστηκες την κληρονομιά των ορφανών και έστειλες τις αλεπούδες στον αμπελώνα του γείτονά σου. Πήρες τον άρτο των παιδιών και στα σκυλιά τον έδωσες για να τον φάνε, και τους λεπρούς Μου που ζούσαν ειρηνικά στους βάλτους και Με δόξαζαν, τους οδήγησες στις λεωφόρους΄και πάνω στη γη Μου από την οποία σε έπλασα έχυσες αίμα αθώων”.
Και ο άνθρωπος απάντησε: “Αυτά τα έκανα”.
Και ο Θεός άνοιξε πάλι το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο:”Η ζωή σου ήταν κακή. Την ομορφιά που σου έδειξα έψαχνες να τη βρεις και το καλό που σου έκρυψα το προσπέρασες. Οι τοίχοι του δωματίου σου ήταν ζωγραφισμένοι με εικόνες κι από την αποτρόπαια κλίνη σου σηκωνόσουν με τον ήχο φλάουτου. Έχτισες επτά βωμούς για τα αμαρτήματα που υπέφερα και έφαγες από αυτό που δεν πρέπει να φαγωθεί, και η πορφύρα των ενδυμάτων σου ήταν κεντημένη με τα τρία αμαρτήματα της αισχύνης. Τα είδωλά σου δεν  ήταν ούτε από ασήμι ούτε από χρυσό που διαρκούν μα από σάρκα που πεθαίνει. Μόλυνες τα μαλλιά τους με αρώματα και έβαζες στα χέρια τους ρόδια. Μόλυνες τα πόδια τους με ζαφορά και έστρωνες χαλιά για να πατούν. Μόλυνες τα μάτια τους με αντιμόνιο και με μύρα άλειφες το σώμα τους. Υποκλινόσουν ως το πάτωμα μπροστά τους και στον ήλιο τοποθέτησες τους θρόνους των ειδώλων σου. Έδειξες στον ήλιο την αισχύνη σου και στη σελήνη την παραφροσύνη σου”.
Και ο άνθρωπος απάντησε: “Και αυτό το έκανα”.
Και Τρίτη φορά άνοιξε ο Θεός το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Κακή ήταν η ζωή σου. Με κακό ανταπέδωσες το καλό και με αδικία την καλοσύνη. Δάγκωσες τα χέρια που σε τάισαν και περιφρόνησες το στήθος που σε θήλασε. Αυτός που ερχόταν σε σένα με νερό έφευγε διψασμένος και τους ληστές μου που σε έκρυψαν τη νύχτα στις σκηνές τους τους πρόδωσες πριν ξημερώσει. Τον εχθρό σου που σε ευσπλαχνίστηκε τον παγίδεψες με ενέδρα και το φίλο που πορεύτηκε μαζί σου τον πούλησες και την Αγάπη την ανταπέδιδες με Πόθο”.
Και ο Άνθρωπος απάντησε και είπε: “Και αυτά τα έκανα”.
Και ο Θεός έκλεισε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου και είπε “Θα σε στείλω σίγουρα στην Κόλαση”.
Και ο Άνθρωπος φώναξε: “Δε μπορείς”.
Και ο Θεός είπε στον Άνθρωπο: “Και για ποιο λόγο δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση;”
“Γιατί πάντα στην κόλαση έζησα” απάντησε ο Άνθρωπος.
Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως.
Και ύστερα από λίγο μίλησε ο Θεός και είπε στον Άνθρωπο: “Βλέπω πως δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση. Θα σε στείλω στον Παράδεισο”.
Και ο Άνθρωπος φώναξε: “Δε μπορείς”.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Και για ποιο λόγο δε μπορώ να σε στείλω στον Παράδεισο;”
“Γιατί ποτέ, και με κανένα τρόπο δε μπόρεσα να τον φανταστώ”, απάντησε ο Άνθρωπος.
Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως.

☩☩☩





Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ





Από παιδί έδειχνε γεμάτος με την τέλεια γνώση Του Θεού κι όταν ακόμα δεν ήταν παρά νεαρός πολλοί άγιοι καθώς και άγιες γυναίκες, που ζούσαν στην ελεύθερη πόλη όπου γεννήθηκε, είχαν θαυμάσει τη σοβαρότητα και τη σοφία των απαντήσεών του.
Και όταν οι γονείς του του παρέδωσαν τα φορέματα και το δαχτυλίδι της ενηλικίωσης τα φίλησε, τα άφησε και βγήκε στον κόσμο για να μιλήσει για το Θεό. Γιατί υπήρχαν πολλοί εκείνον τον καιρό που είτε δεν γνώριζαν καθόλου Το Θεό είτε οι γνώσεις που είχαν δεν ήταν πλήρεις, είτε λάτρευαν ψεύτικους θεούς απ’αυτούς που κατοικούν στα δάση και δε νοιάζονται τους πιστούς τους.
Και γύρισε το πρόσωπο προς τον ήλιο και ταξίδεψε περπατώντας δίχως σανδάλια, όπως είχε δεί να κάνουν οι άγιοι, μ’ένα δερμάτινο πουγκί και ένα πήλινο φλασκί για το νερό κρεμασμένα στη ζώνη του.
Και καθώς περπατούσε στη λεωφόρο ήταν γεμάτος με τη χαρά που δίνει η τέλεια γνώση του Θεού κι έψελνε προσευχές ασταμάτητα. Κι έφτασε σε μία παράξενη χώρα με πολλές πόλεις.
Και διέσχισε ένδεκα πόλεις. Κι άλλες ήταν σε κοιλάδες, άλλες στις όχθες μεγάλων ποταμών, άλλες σε λόφους. Και σε κάθε πόλη βρήκε κι από έναν οπαδό που τον αγάπησε και τον ακολούθησε και μεγάλο πλήθος λαού τον ακολούθησε κι η γνώση Του Θεού απλώθηκε σε όλη τη χώρα. Και πολλοί από τους κυβερνήτες προσηλυτίζονταν και οι ιερείς των τέμπλων με τα είδωλα διαπίστωναν πως τα κέρδη τους μειώνονταν και πως όταν χτυπούσαν τα τύμπανα το μεσημέρι κανείς, ή πολύ λίγοι, δεν ερχόταν με παγώνια και προσφορές σάρκας όπως ήταν η συνήθεια πριν έρθει εκείνος.
Κι όμως, όσο πιο πολλοί τον ακολουθούσαν τόσο ο πόνος του γινόταν μεγαλύτερος. Και δεν ήξερε γιατί ο πόνος του ήταν τόσο μεγάλος. Γιατί μιλούσε πάντα για το Θεό μέσα από την πληρότητα της τέλειας γνώσης Του που ο Θεός ο Ίδιος του είχε δώσει.
Και ένα απόγευμα βγήκε από την ενδέκατη πόλη, που ήταν μία πόλη της Αρμενίας, κι ακολουθούσαν πίσω του οι οπαδοί του και μεγάλο πλήθος΄κι ανέβηκε σ’ένα βουνό και κάθησε σ’ένα βράχο, κι οι οπαδοί του κάθησαν γύρω του, και το πλήθος γονάτισε στην κοιλάδα.
Και έκρυψε το κεφάλι στα χέρια και έκλαψε και είπε στην ψυχή του: “Γιατί είμαι γεμάτος πόνο και φόβο και ο κάθε οπαδός μού φαίνεται εχθρός μου;”
Και η ψυχή του απάντησε λέγοντας: “Ο Θεός σού έδωσε την τέλεια γνώση Του κι εσύ την έδωσες στους άλλους. Το πολύτιμο μαργαριτάρι το κομμάτιασες και το φόρεμα που δεν είχε ραφή το έσκισες στα δύο. Όποιος σκορπά την πίστη του ληστεύει τον εαυτό του. Είναι σαν αυτόν που παραδίδει το θησαυρό του στους ληστές. Δεν είναι ο Θεός σοφότερος από σένα; Ποιος είσαι εσύ για να προδώσεις το μυστικό που Εκείνος σου παρέδωσε; Ήμουν πλούσια κάποτε και μ’έκανες φτωχή΄έβλεπα Το Θεό κάποτε κι εσύ μου Τον έκρυψες”.
Κι έκλαψε πάλι, γιατί ήξερε πως η ψυχή του είπε την αλήθεια και πως είχε μοιράσει στους άλλους την τέλεια γνώση Του Θεού και πως κάποτε ήταν κολλημένος στο ρούχο Του Θεού, και πώς η πίστη τον άφηνε όσο αύξανε ο αριθμός αυτών που πίστευαν σ’εκείνον.
Και είπε μέσα του: “Δε θα μιλήσω πιά για Το Θεό. Όποιος σκορπά την πίστη του κλέβει τον εαυτό του”.
Και πέρασαν ώρες και οι οπαδοί του πλησίασαν, υποκλίθηκαν μέχρι τη γη και είπαν: “Διδάσκαλε μίλησέ μας για Το Θεό διότι εσύ έχεις την τέλεια γνώση Του κι εκτός από σένα άλλος άνθρωπος δεν την έχει”.
Και τους απάντησε λέγοντας: “Θα σας μιλήσω για όλα τ’άλλα που υπάρχουνε σε ουρανό και γη μα για Τον Θεό δε θα μιλήσω. Ούτε τώρα ούτε ποτέ ξανά δε θα μιλήσω για Τον Θεό”.
Και θύμωσαν μαζί του και του είπαν: “Μας οδήγησες στην έρημο για να σ’ακούσουμε. Θα μας διώξεις πεινασμένους εμάς και το πλήθος που έκανες να σ’ακολουθήσει;
Και τους απάντησε λέγοντας: “Δε θα μιλήσω πιά για το Θεό”.
Και σηκώθηκε μία βοή εναντίον του μέσα στο πλήθος και του έλεγαν: “Μας οδήγησες στην έρημο και δε μας έδωσες τροφή΄μίλησέ μας για το Θεό κι αυτό θα μας χορτάσει”.
Μα δεν τους είπε λέξη. Διότι ήξερε πως αν μιλούσε για το Θεό θα σκόρπιζε το θησαυρό του.
Και οι οπαδοί αποχώρησαν λυπημένοι και τα πλήθη λαού γύρισαν στα σπίτια τους. Και πολλοί πέθαναν στο δρόμο.
Και όταν έμεινε μόνος σηκώθηκε, έστρεψε το πρόσωπο στο φεγγάρι και ταξίδεψε επτά φεγγάρια δίχως να μιλήσει σε άνθρωπο, ούτε ν’απαντήσει. Και όταν και το έβδομο φεγγάρι χάθηκε έφθασε σ’εκείνη την έρημο που είναι η έρημος του Μεγάλου Ποταμού. Και βρήκε το σπήλαιο που ένας Κένταυρος κάποτε είχε κατοικήσει και το έκανε κατοικία του κι έφτιαξε μια στρωμνή από καλάμια για να ξαπλώνει κι έγινε ερημίτης. Και κάθε ώρα ευχαριστούσε Το Θεό που τον βοήθησε να κρατήσει μέσα του λίγη από τη γνώση Του κι από την υπέροχή Του μεγαλωσύνη.
Τώρα ένα απόγευμα που ο ερημίτης καθόταν έξω από το σπήλαιο που είχε για κατοικία του είδε ένα νέο με όμορφο σκληρό πρόσωπο, ρούχα κοινά και άδεια χέρια. Και κάθε βράδυ ο νέος περνούσε με τα χέρια άδεια και κάθε πρωί επέστρεφε με τα χέρια γεμάτα πορφύρα και μαργαριτάρια. Γιατί ήταν ληστής και λήστευε τα καραβάνια των εμπόρων. Κι ο Ερημίτης τον έβλεπε και τον λυπόταν αλλά δεν έλεγε λέξη. Επειδή ήξερε πως όποιος μιλά χάνει την πίστη του.
Κι ένα πρωί που ο νέος επέστρεφε με τα χέρια γεμάτα στάθηκε, χτύπησε το πόδι του στην άμμο και είπε στον Ερημίτη: “Γιατί με κοιτάς πάντα μ’αυτό τον τρόπο όταν περνώ; Τι είναι αυτό που βλέπω στα μάτια σου; Γιατί ποτέ άνθρωπος δε μ’έχει κοιτάξει έτσι πριν από σένα; Σαν αγκάθι είναι το βλέμμα σου και με παραξενεύει”.
Κι ο Ερημίτης του απάντησε λέγοντας: “Αυτό που βλέπεις στα μάτια μου είναι οίκτος. Οίκτος είναι αυτό.
Κι ο νέος γέλασε σαρκαστικά και είπε στον Ερημίτη με πίκρα στη φωνή του: “Έχω πορφύρα και μαργαριτάρια εγώ ενώ εσύ δεν έχεις παρά μια στρωμνή από καλάμια για να ξαπλώνεις. Τι οίκτο λοιπόν μπορεί να νιώθεις εσύ για μένα; Ποια είναι η αιτία που νιώθεις οίκτο;”
Νοιώθω οίκτο για σένα” είπε ο Ερημίτης “διότι δεν έχεις γνώση του Θεού”.

☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩☩